Ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και ύστερα φευγάλα… του Χρήστου Προμοίρα

…,Ξημερώματα της παραμονής της Κυριακής του Ασώτου 1981 κάπου στο Γαλάτσι. Πίστα λαϊκή , ορχήστρα όμορφα κουρδισμένη στο μικρόφωνο η τραγουδίστρια(πρώτο όνομα) του μαγαζιού. Οι θαμώνες έχουν αρχίσει να αραιώνουν παρ’ όλα αυτά τα ζεϊμπέκικα δίνουν και παίρνουν. Όταν στα ηχεία ακούγεται η εισαγωγή από το ‘’Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας’’ προσεγγίζει την  πίστα στην κυριολεξία από το πουθενά ένας άντρας γύρω στα πενήντα , με ύψος περίπου 1,80 , γεροδεμένος, με φαρδιές πλάτες και αγέρωχο ύφος  . Φοράει σκούρο μπλε κουστούμι και φέρνει τις βόλτες του αργά- αργά και λεβέντικα.

Ξάφνου σταματάει και εντελώς αυθαίρετα αποσπά το μικρόφωνο από την τραγουδίστρια και λέει με βαθειά μπάσα φωνή.

-Είμαι ο Άσωτος της παραβολής όταν έφυγα πλήγωσα τους δικούς μου , τώρα που επιστρέφω σκοτώνω την ψυχή μου. Τελικά όλη η ζωή μου ήταν ένα ζεϊμπέκικο τριών λεπτών και κάτι…

Δεν πρόλαβε να αρθρώσει άλλη λέξη γιατί οι ‘’φουσκωτοί’’ τον έσερναν ήδη προς την έξοδο ενώ η ορχήστρα ξανάρχισε να παίζει…

Παρ’ όλα αυτά ο άγνωστος Άσωτος είχε αγγίξει σπουδαίες έννοιες  με ελάχιστες λέξεις, έτσι που η φωνή του  μικροφώνου του, αντανακλούσε της καρδούλας του τον πόνο, γιατί άμα το ψάξουμε θα ανακαλύψουμε ότι η ζωή του καθενός μας είναι όπως το λέει και το τραγούδι: ‘’ Ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και ύστερα φευγάλα’’

Το ζεϊμπέκικο οριοθετείται σαν χορός του άντρα. Παρ’ όλα αυτά κατά τον Ρασούλη’ ‘’… θηλέων γένος η πενιά, θηλέου γένους και η Ζεϊμπεκιά.’’ Ας μην μας διαφεύγει…

Τέτοια ζεϊμπέκικα θα θυμηθούμε σήμερα  μαζί με κείμενα με βαριές υπογραφές και με τις ανάλογες φωτογραφίες.

Καλώς ορίσατε…

Ζεϊμπέκικο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Το ζεϊμπέκικο (ή ζεϊμπέκικος) είναι ελληνικός λαϊκός χορός. Το όνομά του οφείλεται στον εξισλαμισμένο ελληνικό πληθυσμό των Ζεϊμπέκων. Αναφέρεται ότι διαδόθηκε στα ελλαδικά αστικά κέντρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, η εμφάνισή του ανάγεται στα τέλη του 17ου αιώνα σε αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι χορευόταν στη Μαγνησία και το Αϊδίνιο σε τοπικές γιορτές[. Όντας αρχικά αντικριστός χορός δύο ατόμων που έφεραν οπλισμό, εξελίχθηκε σε «μονήρη αυτοσχεδιαστικό ανδρικό χορό»[.

Ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης σε μια συνομιλία του με τον ρεμπέτη Τάκη Μπίνη έχει υποστηρίξει ότι «οι Ζεϊμπέκηδες ήταν Έλληνες κυρίως από την Μακεδονία και αλλού και Θρακιώτες, που ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στα βάθη της Ασίας. Τους ονόμαζαν Ζεϊμπέκια δηλαδή ζωέμπορους και Μακελάρηδες γιατί έσφαζαν ζώα και τα πουλούσαν. Στο πέρασμα των χρόνων θέλησαν να απαθανατίσουν τον ηρωισμό τους και να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους και έτσι δημιούργησαν αυτόν το χορό, το ζεϊμπέκικο, που τον χόρευαν ένας ένας με σπαθιά στα χέρια και πότε πότε και στο στόμα: βγάζοντας μουγκρητά ή αλαλαγμούς, σαν τα σημερινά όπα, άλα, γιάλα και διάφορα άλλα.[

Σύμφωνα με άλλες θεωρίες ο χορός πρόκειται για κατεξοχήν αρχαίο ελληνικό – θρακικό που τον μετέφεραν και τον διέδωσαν στην Ασία οι αρχαίοι Αργείοι-Θράκες όταν ίδρυσαν αποικία στις Τράλλεις (σημερινό Αϊδίνιο) της Μικράς Ασίας.[ Ο Σίμων Καράς υποστήριζε πως ο χορός είχε κληρονομιά αρχαιοελληνική (ρυθμική – χορευτική) αφού το ρυθμικό τους σχήμα των 9 χρόνων διαφαίνεται στις ωδές της Σαπφούς.


Γιάννης Τσαρούχης

 Έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης για το Ζεϊμπέκικο

 Το 1934 είδα αληθινούς ζεϊμπέκηδες που μπαρκάρανε στη Σμύρνη, στο πλοίο που με πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη.
Πήγαινα να δω τα μωσαϊκά στην Αγία Σοφία, που εκείνο τον καιρό είχε ξεσκεπάσει ο Αμερικανός βυζαντινολόγος Ουίτμορ. Αυτοί οι ζεϊμπέκηδες ήταν ντυμένοι με τις παλιές στολές τους και έμοιαζαν πολύ μ’ αυτούς που είχε ζωγραφίσει ο Γύζης και ο Λύτρας. Ο ένας απ’ αυτούς, ως τριανταπέντε χρονών, μιλούσε καλά ελληνικά και μου έλεγε διάφορα πράγματα. Ιδίως μου μιλούσε για το πώς χόρευε ένας νεαρός που ήταν μαζί τους και όλο έλεγε ότι κανείς δεν τον φτάνει στο χορό.
Προς το ηλιοβασίλεμα, όταν ξεκίνησε το πλοίο για την Πόλη, ο νεαρός χόρεψε πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν κοντός και χοντροκόκαλος, αλλά μόλις άρχισε να κινείται πραγματικά μετεμορφώθη. Δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Την ανδρεία του, γιατί ήταν ανδρείος πολύ, σχεδόν άγριος, συνεπλήρωνε περίεργα ένα είδος ταπεινότητος και ένα είδος ευγνωμοσύνης, που δεν ήταν γνωστό ποιον απευθύνεται και ήταν σαν να ευγνωμονεί, με πολλή σεμνότητα ένα θεό, για το θαύμα που είναι η ζωή. Τον συνόδευε ένα τουμπελέκι, που χτυπούσε ένας άλλος ζεϊμπέκης, στο μαγικό ρυθμό 9/8. (…)


Ζεϊμπέκης του ΓΎΖΗ                 Ζεϊμπέκης του ΛΥΤΡΑ

Στα βουνά της Αλβανίας, κοντά στη Φτέρα, άκουσα για πρώτη φορά το ζεϊμπέκικο που τα λόγια του αρχίζουν ως εξής: Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια, μπρος στ’ αρχοντικά σου σκαλοπάτια… Είχα γνωρίσει ως τότε τα τραγούδια της Ρόζας Εσκενάζη και ήμουν θαμώνας της στο κέντρο της οδού Δώρου που, πολλές φορές, πήγαινα παρέα με τον βυζαντινολόγο Ξυγγόπουλο , τον Κόντογλου και άλλοτε με τον Τζούλιο Καΐμη. Μα το ζεϊμπέκικο που άκουσα στην Αλβανία ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό, που μου απεκάλυπτε μια άλλη πλευρά του ανθρώπου. Το ζεϊμπέκικο και τα ρεμπέτικα υπήρχαν βέβαια, ήδη από το 1900 και οι μεγάλοι του ρεμπέτικου είχαν δημιουργήσει αριστουργήματα.
Αλλά οι αστικές προκαταλήψεις είχαν βρει έναν τρόπο να το αποκρύψουν, ακόμη και απ’ αυτούς που τους ενδιέφερε. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί και ήρθαν οι Εγγλέζοι με τους Έλληνες από τη Μέση Ανατολή, μαζί με το σουίνγκ άρχιζε να ανθίζει με μια νέα βλάστηση, και υπό νέο πνεύμα, το πανάρχαιο ζεϊμπέκικο. Ο κεντρικός του ναός για μας τους Αθηναίους ήταν το κέντρο “Ο Μάριος” σ’ ένα σπίτι της οδού Ίωνος δεύτερο πάτωμα, όπου άκουσα για πρώτη φορά τον Τσιτσάνη. Η λέξη ναός δεν είναι υπερβολή. (…)

Ο χαρακτήρας του ναού εδίδοντο και ενισχύονταν από την αυστηρότητα του διευθυντή που δεν επέτρεπε την παραμικρή σύγκρουση, πολύ περισσότερο το μεγάλο καβγά για παραγγελιές και άλλες ασήμαντες αφορμές. (…)

Παρά τους ενθουσιασμούς των ξένων επισήμων και ανεπισήμων, το ζεϊμπέκικο μένει κατιτί το ερμητικό στην ουσία του και είναι προσιτό, αληθινά προσιτό, μόνο σ’ αυτούς από τους Έλληνες που έχουν αληθινά ορφική μύηση. Λόγια φθαρμένα που δεν μπορούν να εκφράσουν την ουσία, για την οποία ο αμύητος μένει καχύποπτος.(από τον τόμο Αγαθόν το εξομολογείσθαι, Καστανιώτης 1989)


Τσαρούχης –Ζεϊμπέκικο  

Το ιστορικό κέντρο «Χάραμα» έχει ταυτιστεί με την παρουσία του Βασίλη Τσιτσάνη. Υπήρξε για αυτόν το δεύτερο σπίτι του. Επί δεκαπέντε συνεχή χρόνια, τις γιορτές, τις πέρναγε σε αυτό το μαγαζί. Η πρωτοχρονιά που ήταν και η ονομαστική εορτή του Τσιτσάνη ήταν αφιερωμένη στον μεγάλο συνθέτη. Με συγκίνηση θυμούνται όλοι τον Τσαρούχη να χορεύει τις γιορτές ένα ζεϊμπέκικο αρκεί να έπαιζε ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης. Δείτε το βίντεο της «Μηχανής του Χρόνου»:…

‘’Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών».
 Τα είπες όλα με τη μία.’’


Ο μοναχικός θρήνος – το ζεϊμπέκικο

του Διονύση Χαριτόπουλου

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,

ρίξε μια γλυκιά πενιά,

σαν γεμίσω το κεφάλι,

γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.

(Τσέτσης)

Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.

(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.

(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός.
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.
(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.


ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ & ΡΟΚ: ο Παύλος Σιδηρόπουλος χορεύει ζεϊμπέκικο στο κέντρο ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ ενώ τραγουδά η Ρένα Ντάλμα. Η φωτογραφία πιθανότατα του 1967 (Απόκριες). / Αρχείο Μ.Νταλούκα

Και συνεχίζει ο Διονύσης Χaριτόπουλος:

Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει».
Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του·

δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. 


* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 14/9/2002
που περιλαμβάνεται και στο βιβλίο του ‘’Ημών των Ιδίων’’Ελληνικά γράμματα 2003


Μια ακουαρέλα του Νίκου Μάθεση ζωγραφισμένη το 1972


Μαρινέλλα- Στέλιος Καζαντζίδης

Το ζεϊμπέκικο στη δισκογραφία

Ένα ζεϊμπέκικο που γινόταν επιτυχία καταξίωνε περισσότερο από κάθε άλλο είδος τραγουδιού τους δημιουργούς του.
Και αυτό συνέβαινε σε όλα τα είδη και σε όλες τις εποχές.
Ας δούμε ορισμένα ενδεικτικά μα και κλασσικά παραδείγματα :

α/) Ρεμπέτικα & λαϊκά

  • Μάρκος Βαμβακάρης; Τα δυο σου χέρια πήρανε-Τρ.-Μάρκος Βαμβακάρης – Απόστολος Χατζηχρήστος/1940
  • Βασίλης Τσιτσάνης;’ Συννεφιασμένη Κυριακή-Τρ;Πρόδρομος Τσαουσάκης –Σωτηρία. Μπέλλου/1946


Μάρκος Βαμβακάρης                        Βασίλης Τσιτσάνης

  • Γιάννης Παπαϊωάννου: Πριν το χάραμα-στ :Χααράλαμπος Βασιλειάδης -τρ: Οδ. Μοσχονάς/1948
  • Μανώλης Χιώτης:Ηλιοβασιλέματα-στ: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου-τρ: Mαίρη Λίντα- Μανώλης χιώτης/1958
  • Γιώργος Μητσάκης: Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ-στ. Κώστας Βίρβος-τρ.Στέλιος Καζαντζίδης-Μαρινέλλα /1957


Γιώργος Μητσάκης


Απόστολος Καλδάρας                        Στέλλα Χασκίλ

  1. Απόστολος Καλδάρας: Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι-Τρ. Στέλλα Χασκίλ /1947
  2. Θεόδωρος Δερβενιώτης;- Ένα σφάλμα έκανα-στ. Νίκος Μουρκάκος-τρ. Πόλυ  Πάνου/1960
  3. Γιώργος Ζαμπέτας-Με το βοριά –στ. Δημήτρης Χριστοδούλου-τρ.Στέλιος Καζαντζίδης- Μαρινέλλα/1965


Πόλυ Πάνου

 

Β) Νεότεροι λαϊκοί συνθέτες

  • Άκης Πάνου-Επτά νομά- σ’ ένα δωμά- τρ.. Γιώργος Νταλάρας/1982
  • Τάκης Μουσαφίρης- Ο ταξιτζής στ. Βασίλης Παπαδόπουλος-Στράτος Διονυσίου/1986
  • Αλέκος Χρυσοβέργης-Αν δεν είχα και σένανε- στ. Σπύρος Γιατράς- τρ. Γιάννης Πάριος/1983
  • Τάκης Σούκας-Μια ζωή μέσα στους δρόμους-στ. Βασίλης Παπαδόπουλος-τρ. Χάρις Αλεξίου
  • Αντώνης Βαρδής-Απόψε θέλω να πιω-στ.Σοφία Αργυροπούλου-τρ. Χάρις Αλεξίου/2003
  • Στέλιος Φωτιάδης-Μέχρι να βρούμε ουρανό-στ. Σαράντης Αλιβιζάτος-τρ. Γλυκερία/1992
  • Θανάσης Πολυκανδριώτης-Τα πήρες όλα κι έφυγες- στ. Γιάννης Πάριος-τρ. Στράτος Διονυσίου/1981
  • Χρήστος Νικολόπουλος-Στων αγγέλων τα μπουζούκια/στ. Μάνος Ελευθερίου-τρ. Μιχάλης Δημητριάδης- Ελένη Τσαλιγοπούλου/1993

γ) Οι ‘’αρχοντορεμπετες ‘’

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 το ρεμπέτικο, στη γνήσιά του μορφή, πεθαίνει και δίνει τη θέση του σε μια νεώτερη μορφή του ρεμπέτικου το λεγόμενο αρχοντορεμπέτικο το οποίο και άνοιξε το δρόμο της ευρύτερης πλέον αποδοχής του μουσικού είδους[4] και του μεταγενέστερου λαϊκού τραγουδιού. Γνωστοί καλλιτέχνες του είδους είναι οι: Μιχάλης Σουγιούλ, Νίκος Γούναρης Ζακ ΙακωβίδηςΚώστας Καπνίσης, Γιώργος Μουζάκης, Tάκης Mωράκης,  και άλλοι..Όλοι προέρχονται από το ελαφρό τραγούδι.

  • Μιχάλης Σουγιούλ-Άρχισαν τα όργανα-στ. Αλέκος Σακελλάριος-Χρήστος Γιαννακόπουλος-τρ. Νίκος Γούναρης/1953
  • Νίκος Γούναρης-Αυτός ο άλλος-στ. Κώστας Κοφινιώτης- τρ. Νίκος Γούναρης
  • Κώστας Γιαννίδης-Τα νέα της Αλεξάνδρας-τρ. Στράτος Παγιουμτζής

 

δ)Έντεχνοι και ζεϊμπέκικο


Μίκης Θεοδωράκης

  • ΜίκηςΘεοδωράκης: Σαββατόβραδο-στ. Τάσος Λειβαδίτης-τρ, Στέλιος Καζαντζίδης/1961
  • Μάνος Χατζιδάκις: Είμαι αετός χωρίς φτερά-στ. Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου-τρ. Γρηγόρης Μπιθικώτσης/1961
  • Σταύρος Ξαρχάκος: Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ-στ. Νίκος Γκάτσος-τρ. Σταμάτης Κόκοτας/1968
  • Δήμος Μούτσης: Στην Ελευσίνα μια φορά-τρ. Μανώλης Μητσιάς-στ. Βασίλης Ανδρεόπουλος/1970

  • Γιάννης Μαρκόπουλος: Γεννήθηκα-στ.Κ.Χ. Μύρης-τρ. Νίκος Ξυλούρης/1972
  • Διονύσης Σαββόπουλος: Ζεϊμπέκικο(Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια)-τρ. Σωτηρία Μπέλλου/Διονύσης Σαββόπουλος/1972
  • Θάνος Μικρούτσικος: Ερωτικό(Με μια πιρόγα)- τρ. Μανώλης Μητσιάς –στ. Άλκης Αλκαίος/1982
  • Μάριος Τόκας: Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη-στ. Φίλιππος Γράψας-τρ. Δημήτρης Μητροπάνος/1992

Διονύσης Σαββόπουλος-Σωτηρία Μπέλλου

 

ε) Τα ζεϊμπέκικα των επιγόνων

  • Βάσω Αλαγιάννη-Απόψε σιωπηλοί -τρ. Νίκος Παπάζογλου/1990
  • Σωκράτης Μάλαμας –Πριγκηπέσα/2000
  • Βαγγέλης Κορακάκης-Πρώτο φθινόπωρο-τρ. Γιώργος Τζώρτζης/1988
  • Δημήτρης Ζερβουδάκης-Τα ανείπωτα/2006
  • Μίλτος Πασχαλίδης –Πεθαμένες καλησπέρες/1995
  • Νίκος Πορτοκάλογλου-Κλείσε τα μάτια σου –τρ.Νίκος Πορτοκάλογλου/Μελίνα Κανά/1996
  • Πέτρος Δουρδουμπάκης- Τυφλές ελπίδες-τρ. Μελίνα Κανά/1994
  • Νικόλας Άσιμος –Εγώ με τις ιδέες μου-τρ. Σωτηρία Λεονάρδου/1987
  • Λαυρέντης Μαχαιρίτσας – Ο παλιός στρατιώτης-στ. Ισαάκ Σούσης-τρ. Γιώργος Νταλάρας/2001

στ) Οι ζεϊμπεκιές της μεγάλης οθόνης 

  • Μίκης Θεοδωράκης : Βρέχει στη φτωχογειτονιά-στ. Τάσος Λειβαδίτης-τρ. Γρηγόρης Μπιθικώτσης/1961

Το ‘’Συνοικία το όνειρο’’ είναι ελληνική δραματική ταινία του 1961. Τη σκηνοθεσία την υπέγραψε ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Το σενάριο γράφτηκε από τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Κώστα Κοτζιά. Πρωταγωνιστούν οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Μάνος Κατράκης και Αλίκη Γεωργούλη. Θεωρείται ότι αποτελεί μία από τις πρώτες νεορεαλιστικές ταινίες στην Ελλάδα .

  • Μάνος Χατζιδάκις: Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι-στ. Μιχάλης Κακογιάννης – τρ. Μελίνα Μερκούρη/1955

Η ‘’ Στέλλα’’ είναι ελληνική αισθηματική-δραματική ταινία του 1955, σε σκηνοθεσία και σενάριο Μιχάλη Κακογιάννη. Βασίζεται στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», ενώ είναι εμπνευσμένη δραματουργικά από το μύθο της Κάρμεν. Η παραγωγή ανήκει στη Μήλλας Φιλμ και πρωταγωνιστούν οι Μελίνα Μερκούρη και Γιώργος Φούντας

  • Μίμης Πλέσσας: Βρέχει φωτιά στη στράτα μου/ στ. Λευτέρης Παπαδόπουλος-τρ. Στράτος Διονυσίου/1970

Το Ορατότης μηδέν είναι ελληνική κοινωνική δραματική ταινία κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1969 και έκανε πρεμιέρα στις 5 Ιανουαρίου 1970. Η σκηνοθεσία ήταν του Νίκου Φώσκολου και ήταν παραγωγή της Φίνος Φιλμ.

  • Μάνος Λοΐζος- Το λεβεντόπαιδο-στ. Λευτέρης Παπαδόπουλος-τρ. Γιάννης Καλατζής/1969

Με την επιστροφή της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ στη Finos Film, επιβάλλεται σχεδόν στον Φιλοποίμενα Φίνο να γυρίσει και μια ταινία με τον Παπαμιχαήλ χωρίς την Αλίκη.
Η ταινία, πέραν της εξαιρετικής σκηνοθεσίας του Ντίνου Δημόπουλου, ξεχωρίζει και για την ομορφιά της Έλενας Ναθαναήλ.
Χαρακτηριστικό της ταινίας είναι και τα υπέροχα τραγούδια του Μάνου Λοϊζου σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπως η «Τζαμάϊκα», τα οποία όταν ηχογραφήθηκαν αργότερα από τον Γιάννη Καλατζή έγιναν πανελλήνιες επιτυχίες.

  • Σταμάτης Κραουνάκης –Αυτή η νύχτα μένει-τρ. Δήμητρα Παπίου/1999

Ο Αλέξανδρος και η Στέλλα παίζουν το παιχνίδι της ζωής και της επιβίωσης στην Ελλάδα της ανεργίας, των λαθρομεταναστών και των κλειστών οριζόντων.  Ένας πολύμορφος κόσμος που ξεκινά από τις παρεϊστικες ΕΒΓΕΣ της γειτονιάς, τις ταράτσες της Αθήνας και καταλήγει στα ψυχρά δωμάτια των φτηνών ξενοδοχείων και τα μπουζουξίδικα της επαρχίας.  Στην ταινία ακούγεται και το ομότιτλο τραγούδι με τη Δήμητρα Παπίου.

Χάθηκα κι εγώ κάποια βραδιά
πέλαγο η φωνή του Καζαντζίδη
πέφταν τ’ άστρα μες στην λασπουριά
μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι
μου ’γνεφε η καρδιά
πάρε μυρωδιά
το λάδι εδώ πως καίγεται
και ζήσε το ταξίδι

 Η ιστορία πίσω από το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας»

Το υπέροχο κομμάτι του Μάνου Λοΐζου έντυσε μουσικά την ταινία «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού.
Στο απόσπασμα της ταινίας, σε ένα ταβερνάκι της Κάτω Κηφισιάς, ένας νεαρός λοχίας (Γιώργος Κουτουζής) χορεύει για τα μάτια της Ευδοκίας ζεϊμπέκικο.
Όπως αναφέρει η «Μηχανή του χρόνου» ο Μάνος Λοΐζος αρχικά έπαιξε τη μελωδία του θρυλικού ζεϊμπέκικου με τον παλιό ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του. Τελικά στην ηχογράφηση πείθει τον Θανάση Πολυκανδριώτη να παίξει και αυτός με έναν παλιό τζουρά και όχι με το μπουζούκι. Όμως επειδή ήταν παλιός ο τζουράς, ήταν αδύνατο να κουρδιστεί πλέον και δεν γινόταν να βγει όλο το τραγούδι χωρίς να υπάρξει φάλτσο.

Ο Πολυκανδριώτης αρνήθηκε να παίξει με το συγκεκριμένο όργανο, όμως ο Λοΐζος ήθελε οπωσδήποτε ν’ ακούγεται ο συγκεκριμένος ήχος στο τραγούδι.
Ο τζουράς με το πρώτο παίξιμο συνεχώς ξεκουρδιζόταν και τελικά, με τη βοήθεια του τετρακάναλου που υπήρχε στο στούντιο, το ζεϊμπέκικο ηχογραφήθηκε κυριολεκτικά κομμάτι-κομμάτι (όσο δηλαδή παρέμενε κουρδισμένος ο τζουράς στο κάθε μέρος του ορχηστρικού μοτίβου…) και μετά έγινε το… μοντάζ, για να δέσουν τα κομμάτια.

Όταν ο Λοΐζος ζήτησε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο να βάλει στίχους στο ζεϊμπέκικο, εκείνος αρνήθηκε να γράψει λόγια, αφού η μελωδία υπερίσχυε όλων. Είπε μάλιστα, πως οι στίχοι θα χαλούσαν το υπέροχο τραγούδι. Ο Λοΐζος πείστηκε και το ζεϊμπέκικο έμεινε χωρίς λόγια, αλλά με μια μουσική που δεν ξεχνά κανείς!

Επίλογος

Σ’ αυτό το σημείο τελειώνει η σημερινή μας επικοινωνία.

Ο Άσωτος του 1981 έχει πλέον περάσει τα εξήντα χρόνια.

Έχει γυναίκα , παιδιά , εγγόνι και έχει αποδεχτεί πως το σεργιάνι του στον κόσμο ήταν λίγα μέτρα γης. Ούτε βήμα παραπέρα…

Κάποιες φορές όταν ακούει ‘’το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας’’ αναστατώνεται και θυμάται τα παλιά και νοσταλγεί δηλαδή ο Θεός να την κάνει νοσταλγία …τότε γνέφει στον κουμπάρο του το Λευτέρη, να το χορέψουν παρέα… μισό – μισό… δεν έχει κουράγιο να βγάλει ολόκληρο το τραγούδι…

Να ευχαριστήσουμε το Lavriaki .gr για τη φιλοξενία…

Την άλλη εβδομάδα πάλι εδώ…

Και μέχρι τότε…

V E N C E R E M O S

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Με τον: Χρήστο Προμοίρα

Αφήστε μας το σχόλιο σας...

Αρέσει σε %d bloggers: