Απ’ τα Λαυρεωτικά στη Λαυρεωτική

ΣΥΓΓΡΟΣ ΛΑΥΡΙΟ

Το 1864 η κυβέρνηση ανέθεσε στην γαλλική εταιρεία Roux – Serpieri – Fressynet C.E. την εκμετάλευση των ορυχείων του Λαυρίου. Το 1869 προέκυψε ζήτημα σχετικά με τις εκβολάδες των υπολειμμάτων των μεταλλευμάτων που βρίσκονταν επί του εδάφους. Η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, με την πίεση κυρίως του πολιτικού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, επέμενε ότι ήταν εθνικές ενώ η εταιρεία θεωρούσε ότι η εκμετάλλευσή των προβλεπόταν από το συμβόλαιο.

Όσο υπήρχε η επιμονή κυρίως εκ μέρους του Επ. Δεληγιώργη ότι οι εκβολάδες ήσαν εθνικές και η εταιρεία είχε δικαίωμα μόνο εξορύξεως και όχι εκμεταλλεύσεως των υπέργειων μεταλλευμάτων, άλλο τόσο συνδαυλιζόταν η φημολογία ότι το Λαύριο έκρυβε ποταμούς χρυσού. Η διένεξη οξυνόταν, η εταιρεία απειλούσε ότι θα φέρει τις γαλλικές και ιταλικές κανονιοφόρους, έπεσε η κυβέρνηση και πρωθυπουργός πλέον ο Δεληγιώργης ανέλαβε την επίλυση του ζητήματος. Η φημολογία περί αμύθητου πλούτου εξακολουθεί και η εταιρεία Σερπιέρι βεβαίως δεν έχει κανένα λόγο να βάλει φρένο καθώς κάτι τέτοιο θα μείωνε την τιμή των μετοχών της.

Την επιχείρηση εξαγωγής μολύβδου στο Λαύριο είχε ιδρύσει και λειτουργούσε με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή ο ιταλοέλληνας Ιωάννης Σερπιέρης (αυτός έκτισε και τις πρώτες εργατικές κατοικίες). Αλλά όταν επεδίωξε να εξαγάγει χρυσό από τις εκβολάδες (δηλαδή τα απόβλητα της εξορυκτικής δραστηριότητας) όλοι ισχυρίστηκαν ότι αυτές ανήκουν στο κράτος και ο δημιουργός τους επιδιώκει να βγάλει από τη βιομηχανική επεξεργασία τους δεκάδες δισεκατομμύρια, από τα οποία «θα μπορούσε να σωθεί η οικονομία της Ελλάδας». Με τέτοιες διαδόσεις φούντωσαν οι τιμές των μετοχών, αγόραζαν όλοι σαν τρελοί και όταν όλα αυτά τα αμύθητα πλούτη, παρά τις διαψεύσεις Σερπιέρη, αποδείχθηκαν φούσκες.

Τελικώς η κυβέρνηση προκειμένου να λυθεί το ζήτημα ξεκινάει να αναζητεί ελληνα αγοραστή. Στην πρόσκληση της κυβέρνησης απάντησε ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος δέχτηκε να αγοράσει την εταιρεία και να μεταβιβαστούν οι μετοχές στην Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως. Η νέα μεταλλουργική εταιρεία προχωρεί σε μετοχοποίησή της και τότε μανία απόκτησης μετοχών καταλαμβάνει τους πάντες, ακόμη και τους έχοντες τα μικρότερα βαλάντια. Μετά την μεταβίβαση, ο Συγγρός διατήρησε τις φήμες περι κοιτασμάτων χρυσού και προχώρησε στην μετοχοποίηση της εταιρείας με αποτέλεσμα χιλιάδες αθηναίοι να τρέξουν να αγοράσους τις μετοχές. Καθώς χρηματιστήριο δεν υπήρχε το καφενείο “Η Ωραία Ελλάς” ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό. Μετοχές αξίας 200 δρχ. πωλούνταν έως και 310 δραχμές ενώ κανείς δεν ενδιαφερόταν για το αν πράγματι υπήρχαν όλα αυτά τα υποτιθέμενα κοιτάσματα.

Την απότομη άνοδο των τιμών των μετοχών θα ακολουθήσει ακάθεκτη κάθοδος, η οποία και θα οδηγήσει χιλιάδες αθηναίων σε οικονομική κατάρρευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 1873 – 1875 διπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις. Σύσσωμος ο τύπος θα κατηγορήσει τον Ανδρέα Συγγρό για την οικονομική καταστροφή χιλιάδων πολιτών χαρακτηρίζοντάς τον κερδοσκόπο ενώ δεκάδες γελοιογραφίες και λίβελλοι για το πρόσωπό του θα κατακλύσουν για αρκετό καιρό τις εφημερίδες. Σφοδρή κριτική δέχθηκε και από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος είχε χάσει όλη την περιουσία του στο χρηματιστήριο

Ο Ανδρέας Συγγρός, επιχειρηματίας του 1870 αλλά με χειρισμούς και νοοτροπία που μοιάζει να ανήκει στον 20ό αιώνα και ο οποίος ξεκίνησε με την υπόθεση Λαυρίου την εντυπωσιακή επιχειρηματική του διαδρομή στην Αθήνα, θα είναι ο στόχος, όχι απαραιτήτως και ο ένοχος. Στην εισαγωγή των Απομνημονευμάτων του Συγγρού (θα κυκλοφορήσει ως το τέλος του χρόνου από την Εστία, οι επιμελητές της έκδοσης καθηγητής Αλκης Αγγέλου και η κυρία Μ. – Χ. Χατζηιωάννου δίνουν πολύ σαφή εικόνα:

«Ξαφνικά ένα κοινό ανίδεο από οικονομικά και το οποίο μπορούσε συνεπώς εύκολα να παρασυρθεί από λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους, εμπλέκεται σε μια δίνη πολυειδών ψευδαισθήσεων με άμετρες προσδοκίες. Ευκολόπιστοι και καλόπιστοι, αλλά και αφελείς οι Αθηναίοι κυρίως,πιστεύουν ότι είναι δυνατόν μια επιχείρηση αμελημένη εντελώς από την αρχαιότητα, να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη επαγγελίας. Χωρίς να λάβουν καν υπόψη τους ότι εκείνος που είχε κινήσει όλη την υπόθεση ήταν ένας ξένος επιχειρηματίας, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να ταυτίσει τις προσωπικές του επιδιώξεις από την επιχείρηση με τις προσδοκίες των Ελλήνων».

Ο Συγγρός, τα Λαυρεωτικά και ό,τι επακολούθησε παρέχουν στον Ροΐδη (Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής) το έναυσμα και το υλικό για την οξύτερη και καλύτερη σάτιρά του. Στους «Ορισμούς», μέσα από τον «Ασμοδαίο», μαθαίνουμε τι σημαίνουν μεταλλείον και μέρισμα. «Μεταλλείον: Υπόγειος φενάκη». «Μέρισμα: Αρχαία λέξις, μεταπεσούσα εις αχρηστίαν».

Στη στήλη του «Σκνίπες» γράφει: «Η επιχείρησις του Λαυρίου επανήλθεν εις το αρχικόν αυτής σημείον, τον πατριωτισμόν. Φιλογενεία κινούμενος ο κ. Α. Τσιγκρός μετεχειρίσθη τα κεφάλαια ημών, ίνα σώση την Ελλάδα από της ξενικής επεμβάσεως. Οι δε προχθές αναλαβόντες την διεύθυνσιν προτίθενται αντί μερίσματος να προσφέρωσι κατ’ έτος εις τους κ.κ. μετόχους την ηθικήν ικανοποίησιν ότι τα χρήματα αυτών χρησιμεύουσιν εις εμψύχωσιν της εθνικής βιομηχανίας. […] Πολλοί ηπόρησαν τίνι τρόπω συνέλευσις μετόχων εξέλεξεν προχθές συμβούλιον εξ αμετόχων. Εφ’ όσον γηράσκομεν τόσω μάλλον πειθόμεθα ότι εν πάση συνελεύσει η πλειοψηφία δεν είναι άλλο τι ειμή μόνο καρύκευμα παρασκευαζόμενον την προτεραίαν κατά τους κανόνας στερεοτύπου τινός μαγειρικής. Το σφάλμα των μαγείρων της τελευταίας λαυριωτικής πλειονοψηφίας, υπήρξεν ότι δεν έκλεισαν καλά την θύραν του μαγειρείου εκ της οποίας εξήρχετο ανυπόφορος δυσωδία ραδιουργίας, χαβιαροχάνου και πατριωτισμού».

Ο πλουτισμός και η κερδοσκοπία δεν συνδέθηκαν τότε μόνο με τη μανία για μετοχές αλλά όξυναν και την όσφρηση των πάσης φύσεως κατόχων οικοπέδων και αγροτεμαχίων οι οποίοι οσμίζονταν στην ιδιοκτησία τους την ύπαρξη κρυμμένων πολύτιμων μεταλλευμάτων. «Πέτρες του Θεού θα δώσουμε, βουνά του Θεού θα δώσουμε, λίρες στερλίνες θα πάρουμε!…» αναφωνεί ο Μεγγλίδης, ο ήρωας του σπαρταριστού διηγήματος του Μιχ. Μητσάκη «Είς Αθηναίος χρυσοθήρας» που διαβάζεται σήμερα ως ρεπορτάζ της εποχής, με τους ευφάνταστους αφελείς Αθηναίους να θυμούνται ξεχασμένα από τους ίδιους και τον Θεό κατσάβραχα και να τα επισκέπτονται μέσα στη νύχτα, να παίρνουν δείγματα από τις πέτρες τους και να φιλοδοξούν να πλουτίσουν μέσα στο ίδιο βράδυ.

Γράφει ο Γιάννης Μαρίνος

” Ετσι έχασαν τα λεφτά τους όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να πλουτίσουν ακόπως. Αντί όμως να τα βάλουν με αυτούς που τους εξαπάτησαν, λ.χ. τον ρήτορα – δημαγωγό, πολιτικό Δεληγεώργη, τους διάφορους ειδικούς που χρησιμοποιούσαν τη φαντασία τους στη θέση της επιστημονικής έρευνας, τα «παπαγαλάκια» του χρηματιστηρίου και των εφημερίδων της εποχής, στράφηκαν κατά των Ανακτόρων (ο Σερπιέρης εθεωρείτο άνθρωπός τους) και του Ανδρέα Συγγρού, που ήδη πάμπλουτος και ευφυώς χειριζόμενος την αγοραπωλησία των μετοχών ήταν φυσικό να μη χάσει. Οπως καταγγέλθηκε τότε «δεν κυβερνώμεθα από τα αρμόδια και υπεύθυνα υπουργεία, αλλά από τον αναρμόδιον και ανεύθυνον Τύπον». Διότι όταν ο Σερπιέρης απελπισμένος αποφάσισε να προσφέρει προς πώληση το ορυχείο προς 14 εκατομμύρια δραχμές, εκείνοι που ισχυρίζονταν ότι μόνο οι εκβολάδες αξίζουν δεκάδες δισεκατομμυρίων εξαφανίστηκαν όπως και οι Ελληνες κεφαλαιούχοι που δήθεν προσφέρονταν να τις αγοράσουν σε αστρονομικές τιμές. Οσο για τον μεγάλο ευεργέτη Συγγρό, που και σήμερα ακόμα λοιδορείται από αμαθείς και συκοφάντες, αρκεί να αναφερθεί πως όταν ήλθε μετά την Επανάσταση του 1821 στην ελεύθερη πια Ελλάδα η περιουσία του ανήρχετο τότε σε έξι εκατομμύρια αγγλικές λίρες, ενώ όταν πέθανε του είχε απομείνει μόνο ένα εκατομμύριο. Αλλωστε, ούτως ή άλλως, τα διέθεσε σχεδόν όλα για κοινωφελή και φιλανθρωπικά έργα.”

Πέρασε περισσότερο απο ένας αιώνας και απο το Λαυρεωτικά του Ανδρέα Συγγρού, βρισκόμαστε στο 1994 στην Λαυρεωτική του Σπύρου Βαλδεσέρα.
Ο Σπ. Βαλδεσέρας κατηγορείται ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1994 πληκτρολόγησε επανειλημμένως εντολές για την εξαγορά 660.000 μετοχών, αξίας 1,4 δισ. δρχ. στο όνομα K. Kουβαράς, γεγονός που προκάλεσε υποψίες. Οπως αποκαλύφθηκε δε αργότερα, επρόκειτο για εικονικές συναλλαγές.

Η «παρθενική» παρέμβαση της Δικαιοσύνης σε χρηματιστηριακή υπόθεση πραγματοποιήθηκε το 1994, όταν ξέσπασε το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στη νεότερη ιστορία του χρηματιστηρίου, αυτό της «Λαυρεωτικής», το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το επενδυτικό κοινό να ζημιωθεί κατά 3,1 δισ. δρχ., ποσό τεράστιο, δεδομένου ότι τότε το χρηματιστήριο βρισκόταν σε νηπιακό στάδιο. Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια μέχρι η υπόθεση να εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό (11 κατηγορούμενοι) και άλλον ένα χρόνο μέχρι να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό (8 κατηγορούμενοι).

Aπό τη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Βορείου Ελλάδος πληκτρολογήθηκε μια εντολή αγοράς 600.000 μετοχών της Λαυρεωτικής. Λίγη ώρα αργότερα η Χρηματιστηριακή Εταιρεία ενημέρωσε τις αρχές του ΧΑΑ ότι η εντολή ήταν ψευδής.
Ο νόμος τότε δεν επέτρεπε τον αντιλογισμό χρηματιστηριακών πράξεων και για να μην κλείσει το Χρηματιστήριο ο τότε πρόεδρος του ΧΑΑ συγκέντρωσε τους χρηματιστές και τους ζήτησε να αναστρέψουν οικειοθελώς τις συναλλαγές. Ετσι το Χρηματιστήριο δεν έκλεισε, αλλά αργότερα ο πρόεδρός του βρέθηκε κατηγορούμενος για τον αντιλογισμό των πράξεων, αδίκημα το οποίο εν συνεχεία παραγράφηκε. Η υπόθεση είχε ερευνηθεί από την εποπτεία του ΧΑΑ, αφού η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν διέθετε τότε ελεγκτικούς μηχανισμούς. Τελικά κατηγορήθηκαν 11 άτομα και πρωτοδίκως καταδικάστηκαν οι εννέα από αυτούς. Το Εφετείο όμως αθώωσε όλους τους κατηγορουμένους πλην ενός που καταδικάστηκε σε φυλάκιση λίγων μηνών με αναστολή.

Η υπόθεση «άνοιξε» δικαστικά μετά τη μήνυση που είχε υποβάλει η Επιτροπή Kεφαλαιαγοράς σε βάρος έντεκα ατόμων -αντικριστές, σύμβουλοι επιχειρήσεων κ.ά.- κατηγορώντας τους ότι χρησιμοποίησαν εμπιστευτικές πληροφορίες για την αγορά και την πώληση μετοχών επιχειρήσεως έπειτα από πρωτογενή γνώση, διασπορά ψευδών και ανακριβών πληροφοριών και χρήση παραπλανητικών μέσων κατά τη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου. Μετά την έκδοση σχετικού βουλεύματος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στο εδώλιο του τριμελούς Πλημμελειοδικείου κάθισαν ως κατηγορούμενοι οι: οι Σπύρος Βαλδεσέρας, αντικριστής της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Αλέξανδρος Φιλίππου, χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της ΑΧΕ Βορείου Ελλάδος, Φώτης Τζάθας, σύμβουλος επιχειρήσεων, Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας, Ιωάννης Μασταγκάκης επιχειρηματίας, Δημήτρης Σταματελιάς, υπάλληλος της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Γιακουμής Γιακουμόπουλος, επενδυτής, Γ. Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας, Χρ. Σιαμάντας, εκδότης και διευθύνων σύμβουλος της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Στέλιος Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας και ο πολιτικός μηχανικός Kων. Kουβαράς.

Σε επιστολή του Χρηματιστηρίου προς το ΣΜΕΧΑ στις 31.3.94 αναφέρονται τα ακόλουθα που συνοψίζουν την ιστορία της Λαυρεωτικής.
«Είναι γνωστό ότι στις 17.2.94 περιήλθε σε γνώση του δ.σ. του Χρηματιστηρίου κατόπιν της από 17/2/94 επιστολής της εταιρείας Χρηματιστηριακή Βορείου Ελλάδος προς τον πρόεδρο αυτού, ότι ο υπάλληλος της Σπύρος Βαλδεσέρας χωρίς να έχει εντολή και μολονότι είχε απολυθεί την προτεραία, εισήλθε στην αίθουσα των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου και πληκτρολόγησε εντολή αγοράς 660.000 κοινών μετοχών της εταιρείας Λαυρεωτική ΑΕΒΕ για λογαριασμό πελάτη της. Εκ των υστέρων έγινε γνωστό ότι επρόκειτο περί των Αντωνίου Σγαρδέλη, Νικολάου Γεραχάκη και Κωνσταντίνου Κουβαρά, οι οποίοι με το 17.2.94 εξώδικό τους προς αυτήν ισχυρίζονται ότι δεν της είχαν χορηγήσει τη σχετική εντολή. Λόγω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών η ως άνω εντολή βρήκε ανταπόκριση προς τις αντίθετες εντολές που είχαν εισαχθεί στο σύστημα και καταρτίσθηκαν επιμέρους συναλλαγές. Το γεγονός αυτό ήταν επόμενο να προκαλέσει αναταραχή και ετέθη θέμα ακυρώσεως των συναλλαγών αυτών, πράγμα το οποίο απέκλεισε το δ.σ. του Χ.Α.Α. κατ’ ακολουθίαν της σχετικής εισηγήσεως της Επιτροπής Συναλλαγών.

Η επιδιωχθείσα από τα εμπλακέντα στις συναλλαγές αυτές μέλη του Χρηματιστηρίου ματαίωσή τους δι αντιθέτων πράξεων προς αποτροπή γενικότερων επιζήμιων επιπτώσεων τόσο εις βάρος των ιδίων των μελών του Χ.Α.Α» όσο και εις βάρος των εντολέων τους, αφού οι συναλλαγές αυτές όπως φαίνεται από τα προεκτεθέντα έπασχαν και ήταν προβληματική η ολοκλήρωσή τους, έγινε με πρωτοβουλία των εμπλακέντων σε αυτές μελών του Χ.Α.Α. Ηταν επόμενο να επακολουθήσει άμεση κλήση της ως άνω εταιρείας σε απολογία για να επιβληθούν τελικά εις βάρος της πειθαρχικές ποινές αποκλεισμού της από τις συναλλαγές και το μέγιστον της χρηματικής ποινής που μπορούσε να επιβάλει το Χ.Α.Α (5 εκατ.δρχ.).

Η διαφορά ουσίας για το σύστημα μεταξύ του σκανδάλου της ΔΕΛΤΑ χρηματιστηριακής και της Λαυρεωτικής (βλέπε Αφοι Μαγρίζου – Δέλτα Χρηματιστηριακή) είναι ότι το δεύτερο δεν δημιούργησε συστημικό πρόβλημα καθώς η τότε διοίκηση του Χ.Α.Α. είχε αποφασίσει να αντιλογίσει την επίμαχη πράξη, στοιχείο το οποίο την έκανε να αντιμετωπίσει μία σειρά κατηγοριών που με επιτυχία αντέκρουσε στις δίκες που ακολούθησαν.

Η δίκη σε πρώτο βαθμό διήρκεσε ενάμιση μήνα και κατέληξε σε αθωωτική απόφαση για τους Χρ. Σιαμαντά, Στ. Παπαγεωργίου και K. Kουβαρά, ενώ στους υπόλοιπους οκτώ κατηγορούμενους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 12-24 μηνών. Ενα χρόνο αργότερα στη δευτεροβάθμια δίκη, όλοι οι κατηγορούμενοι πλην του Σπύρου Βαλδεσέρα αθωώθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών τον περασμένο Ιανουάριο κατέληξε σε αθωωτική απόφαση για τους μεγαλομετόχους της Λαυρεωτικής Αλέκο και Γιώργο Παπαγεωργίου, τους παραγωγούς χρηματιστηριακών εργασιών Φ. Τζάθα, Αλ. Φίλιππου, Κ. Μασταγκάκης, Δ. Σταματέλιας, καθώς και το μέτοχο Γ. Γιακουμόπουλος. Καταδικάστηκε μόνο ο βασικός κατηγορούμενος, αντικριστής της ΑΧΕ Βορείου Ελλάδος, Σπύρος Βαλδεσέρας, σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή ύψους 3 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ πρωτοδίκως η ποινή του ήταν 24 μήνες και χρηματικό πρόστιμο 34 εκατομμυρίων δρχ.

Η ζημιά που προκάλεσαν οι ενέργειες των κατηγορουμένων υπολογίστηκε ότι άγγιζε το 1,4 δισ. δρχ., σε μια χρονική περίοδο (1993-94) όπου ο ημερήσιος τζίρος του ΧΑΑ δεν ξεπερνούσε το 1 δισ. δρχ.

Φέρεται επίσης ότι διέδιδαν ψευδείς πληροφορίες, με αποτέλεσμα η μετοχή της Λαυρεωτικής να παρουσιάζει αλλεπάλληλα, αδικαιολόγητα και ύποπτα σκαμπανεβάσματα στις διαδικασίες αγοράς και πώλησης. Ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων (πλημμελήματα), η παραγραφή αρκετών άλλων, αλλά και η απουσία -τελικά- στοιχείων, οδήγησε στην απαλλαγή των 7 κατηγορούμενων οικονομικών παραγόντων, παρά την πρωτόδικη καταδίκη τους σε ποινές φυλάκισης από 12-24 μήνες και χρηματικά πρόστιμα από 1 έως 34 εκατομμύρια δρχ.

H μετοχή μετά απο αυτές τις αποκαλύψεις, στην κυριολεξία κατέρρευσε, στις 200 δρχ χάνοντας ποσοστό μεγαλύτερο και απο 90%. Μετά απο μερικούς μήνες ήρθε και η στιγμή της αποβολής της. Ήταν δε, τόση η αγοραστική μανία του κόσμου με τη Λαυρεωτική, που αρκετοί ακόμη και μετά την αναστολή της, ζητούσαν και έπαιρναν εξωχρηματιστηριακώς μετοχές της εταιρίας, πιστεύοντας ότι θα επιστρέψει αργά ή γρήγορα στο ταμπλό , πληρώνοντας ακόμη και 50 δρχ για μια εταιρία που δεν είχε αντικείμενο δραστηριότητας και αντιμετώπιζε σωρεία προβλημάτων.

Πηγή: marketzone.gr

Αρέσει σε %d bloggers: