Εγώ ο Άστεγος, ο Άνεργος, ο Πεινασμένος…

Είμαι καθισμένος στην κεντρική πλατεία της πόλης μου. Φορώ δυο ζευγάρια κάλτσες, δυο παντελόνια, δυο πουκάμισα, δυο πουλόβερ, ένα χοντρό μπουφάν. Τα ρούχα μου τα έδωσαν στο φιλόπτωχο της ενορίας, εκεί που κάθε μεσημέρι πηγαίνω και τρώω. Είμαι τυλιγμένος και με μια κουβέρτα.

Κατάσαρκα στο στήθος και στην πλάτη έχω βάλει εφημερίδες, από αυτές που μοιράζουν δωρεάν για να διαβάζουμε τις διαφημίσεις. Το θερμόμετρο του φαρμακείου δείχνει τρεις βαθμούς πάνω από το μηδέν. Το αεράκι διαπερνά τα ρούχα, αλλά ευτυχώς σταματάει στις εφημερίδες. Η μύτη μου στάζει, τα μάτια μου δακρύζουν, το σαγόνι μου τρέμει λίγο. Σκέφτομαι τη νύχτα που έρχεται, η θερμοκρασία θα πέσει κι άλλο…

Βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω άστεγος… Είχα ένα μικρομάγαζο… έκλεισε…ούτε καραμέλες δεν έπαιρναν τα παιδιά… Δούλεψα σε αρτοποιείο… ανειδίκευτος σε μηχανουργείο… σε οικοδομή…σε πιτσαρία…σε γραφείο κηδειών…Απολύθηκα… Τέλειωσε και το επίδομα. Δεν έβρισκα άλλη δουλειά.

Ήρθε η τράπεζα και ζήτησε τα λεφτά της… Στο δρόμο γεμάτος ντροπή, μακριά από τα μάτια των δικών μου… Έξωση… Ούτε φαγητό…Αλήθεια τι έκανα και βρέθηκα εδώ; Μπροστά μου άρχισε να περνάει η πορεία του ΠΑΜΕ. Ναι, είναι οι σύντροφοι…Θέλω να πάω μαζί τους, αλλά…Τα ρούχα μου είναι λερωμένα…Είμαι αξύριστος, άλουστος, μπορεί να μυρίζω και λίγο…Έχω και την κουβέρτα…Κάνω να σηκωθώ και ξανακάθομαι. Τα πόδια μυρμηγκιάζουν, χιλιάδες βελόνες μπήγονται στις πατούσες…

Η πορεία περνάει με ρυθμικά συνθήματα, ούτε που με κοιτάζουν…Ίσως  νομίζουν πως είμαι πρεζόνι…Σε λίγο πρέπει να είμαι στην ενορία για φαγητό, μετά τις δώδεκα δεν δίνουν…Η πορεία πέρασε, το σύνθημα «την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία» αντηχεί έντονα στα αυτιά μου. Πιο κάτω θα διαλυθούν και οι σύντροφοι θα φύγουν για τα σπίτια τους…Τους ζηλεύω…

Είμαστε είκοσι χιλιάδες άστεγοι, παγωμένοι και πεινασμένοι…Θα γεμίζαμε το Σύνταγμα…Είκοσι χιλιάδες σε παράταξη τυλιγμένοι στις κουβέρτες…Θα μας κινηματογραφούσε το BBC το CNN το Reuters…Θα κάναμε το γύρο του κόσμου…Σύντροφοι, λεω μέσα μου μια και είμαι οπορτουνιστής και λαϊκιστής, ανοίξτε τη μεγάλη αίθουσα των συνεδρίων, να μπούμε καμιά χιλιάδα μέσα να ζεσταθούμε…Μην ανάψετε καλοριφέρ, μη κάνετε τίποτα…και το πρωί θα φύγουμε ήσυχα…Ο πατέρας μου έλεγε όταν ήμουν έφηβος πως ο Παλμίρο Τολιάτι, μετά τον πόλεμο στην Ιταλία, είχε φτιάξει τα σπίτια του λαού…Ανοιχτά σαν τις παλιές εκκλησίες.

Μέσα οι άστεγοι, οι πεινασμένοι, οι άνεργοι…Και το Σαββατοκύριακο τους κάνανε και πάρτι…Ε, καλά ας μην μας κάνουν πάρτι, ας μας αφήσουν να καθίσουμε στα καθίσματα…να ζεσταθούμε. Κι εμείς δίνουμε την υπόσχεση πως φεύγοντας δεν θα κλέψουμε καμιά προτομή του Λένιν…Ωχ έγινα και αναθεωρητής…Μα είναι κόμμα, δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα.

Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, πάνω στις βελόνες και αργά τράβηξα για την εκκλησία που μοιράζουν το φαγητό. Ψιθύρισα…Τα άλλα κόμματα τα ξέρουμε, μας έφεραν εδώ. Ένα κόμμα προστασίας θέλαμε, τίποτα άλλο, μόνο αυτό.

Νίκος Καραγιάννης

http://lalipouli.blogspot.com

Αρέσει σε %d bloggers: