Αποχαιρέτα την Ελλάδα της μικροϊδιοκτησίας

Τα χαράτσια, το μνημόνιο και το φορολογικό σύστημα ξαναγράφουν στα ελληνικά το θάνατο, όχι του εμποράκου, αλλά του μικροϊδιοκτήτη.
Δημοσιογράφοι, σχολιαστές της πολιτικής αλλά και πολιτικοί επικεντρώνουν την προσοχή τους στις επερχόμενες μεγάλες αλλαγές που ενδεχομένως θα ανατρέψουν το σημερινό πολιτικό σύστημα. Σίγουρα το πολιτικό μας σύστημα έχει προ πολλού εξαντλήσει τα όρια της λειτουργίας του. Αυτό πλέον γίνεται καθημερινή συνείδηση στους πολίτες, αλλά δυστυχώς οι τελευταίες «ντρίπλες» για τις προσλήψεις στα ΕΛΤΑ, το νόμο για τα Πανεπιστήμια και τον νόμο για τα ταξί δείχνουν πως το ίδιο δεν το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει.

Αυτό όμως που δεν συζητείται είναι πως αλλάζει ραγδαία και η ταξικό- κοινωνική διάρθρωση της χώρας, η οποία στήριξε και στηρίχτηκε σ’ αυτό το σύστημα. Ένα σύστημα κοινωνικό-ταξικής διάρθρωσης διογκωμένο στο κέντρο του με τεράστια μεσοστρώματα, κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών και της διάθεσης τουριστικών και προϊόντων ειδών πολυτελείας και εξασθενημένο στα άκρα του, αυτά που αφορούν τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Σ’ αυτό το παραγωγικό μοντέλο η αγροτική παραγωγή ανέρχονταν στο 4% του ΑΕΠ, αν και οι δήθεν απασχολούμενοι στον αγροτικό τομέα ξεπερνούν το 11% του εργατικού δυναμικού. Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα και στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, όπου σύμφωνα με την έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ του 2009 (η σημερινή ΕΛΣΤΑΤ) στο σύνολο των απασχολούμενων οι μισθωτοί είναι το 64,5%, οι αυτοαπασχολούμενοι το 21, 3% και οι εργοδότες μόνο το 8,3%, αφού υπάρχει και ένα 6% συμβοηθούντων μη αμειβόμενων μελών της οικογενείας. Αν δούμε τα αντίστοιχα ποσοστά στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα δούμε πως οι μισθωτοί ανέρχονται σε ποσοστά πάνω από το 80% και οι εργοδότες πάνω από το 15%. Κατηγορίες του τύπου αυτοαπασχολούμενοι και συμβοηθούντα μέλη είναι κάτι το άγνωστο στις αναπτυγμένες οικονομικά χώρες.

Θα περίμενε κανείς σ’ ένα κράτος δικαίου και ισονομίας τα φορολογικά βάρη να είναι αντιστρόφως ανάλογα, δηλαδή χαμηλότερα στους μισθωτούς και αισθητά υψηλότερα στους εργοδότες και αυτοαπασχολούμενους. Και όμως και εδώ έχουμε την «ελληνική εξαίρεση». Το εισόδημα από μισθωτούς-συνταξιούχους ανέρχεται στο 70% του δηλωμένου εισοδήματος και αυτοί καλύπτουν το 55%, των άμεσων φορολογικών εσόδων, ενώ τα νομικά πρόσωπα και οι εταιρείες δηλώνουν το 17% του φορολογητέου εισοδήματος και καλύπτουν μόνο το 27% των φορολογικών εσόδων. Την ίδια ώρα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες(Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία) οι μισθωτοί καλύπτουν κάτω από το 30% των φορολογικών εσόδων και οι κακοί καπιταλιστές πάνω από το 60%. Αυτό συμβαίνει σε χώρες που έχουν αστική και εργατική τάξη και πολιτικά συστήματα που δεν κοιτάζουν να αναδιανέμουν το προϊόν, αλλά να ενισχύουν τα παραγωγικά συστήματα και από τον δημιουργούμενο πλούτο να μετριάζουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Την ίδια στιγμή σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ένας στους 4 πολίτες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, με την αναλογία αυτή να αυξάνεται συνεχώς. Ενώ σύμφωνα με το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας, για το πρώτο δίμηνο του 2012 έχουμε 400.000 εργαζόμενους που δουλεύουν αλλά δεν πληρώνονται, καθώς οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε οικονομική ασφυξία και καθυστερούν μέχρι και πέντε μήνες την πληρωμή των δεδουλευμένων.

Από το 2010 οι θέσεις πλήρους απασχόλησης συνεχώς μειώνονται. Αυτό το έτος μειώθηκαν κατά 59%. Ενώ αντιθέτως το πρώτο δίμηνο του ίδιου έτους έγιναν 26.076 προσλήψεις με μερική απασχόληση και 8.670 προσλήψεις με εκ περιτροπής εργασία. Μήπως να μιλήσουμε για το εργασιακό καθεστώς και τα ωράρια; Εδώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Δυστυχώς φαίνεται πως είτε το πολιτικό μας σύστημα δεν εξήγησε στους εταίρους τις προαναφερθείσες ιδιαιτερότητες, είτε πάλι αυτοί δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν, πως είναι άλλο πράγμα να μειώνεις μισθούς για να αυξήσεις την ανταγωνιστικότητα σ’ ένα σχετικώς προσανατολισμένο προς την παραγωγή και τις εξαγωγές οικονομικό σύστημα και άλλο να κάνεις το ίδιο σ’ ένα εσωστρεφές σύστημα, που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ήδη αποδυναμωμένη μισθωτή εργασία και το μείζον πρόβλημά του δεν είναι τα ελλείμματα, αλλά το αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών και ιδιαίτερα αυτό των τρεχουσών συναλλαγών.

Σ’ αυτή τη χώρα αν κάποιοι δεν μιλούν και κλαίνε για τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα που κινδυνεύουν με αφανισμό, τότε μιλούν και ομνύουν στη ραχοκοκαλιά αυτής της χώρας που κατά την άποψή τους είναι η μικρομεσαία τάξη, η οποία απειλείται με εξαφάνιση. Πολιτικές αναλύσεις, δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, τηλεοπτικές έρευνες μας δείχνουν σε καθημερινή φάση εμπορικά καταστήματα που κλείνουν και ιδιοκτήτες που θρηνούν την πτώση του τζίρου. Ο κίνδυνος εξαφάνισης αυτής της τάξης, υποστηρίζουν, απειλεί τη συνολική οικονομία και πορεία εξόδου της χώρας από την κρίση.

Σήμερα καταρρέει αυτή η κοινωνία της μικροιδιοκτησίας, μια κοινωνία που ήταν γεμάτη με μικρομάγαζα και μαζί της καταρρέει και το πολιτικό σύστημα που την στήριζε είτε διορίζοντας, είτε μοιράζοντας τους κρατικούς πόρους. Στο βαθμό που ο μοναδικός μαζικός εργοδότης αυτής της κοινωνίας ήταν το κράτος, τότε είναι φυσικό επόμενο κύριο μέσο για την αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος να γίνει η κατάκτησή, η νομή και η αναδιανομή στα πελατειακά του δίκτυα αυτών των πόρων. Αυτό λοιπόν το σύστημα της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας δεν έχει καμιά σχέση με την ανάπτυξη. Οι αερολογίες που ακούγονται και συγχέουν την αναγκαία ανάπτυξη, με το μοίρασμα πόρων για κατανάλωση, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παρατείνουν την αγωνία ενός συστήματος πολιτικού και παραγωγικού που εξεμέτρησε τα προς το ζην

Ας μη κλαίμε στα ερείπια αυτού του συστήματος, αλλά ας διεκδικήσουμε από το πολιτικό σύστημα να θέσει μια μόνο κόκκινη γραμμή. Αυτή που το συνέδεε με τον κρατισμό, τον λαϊκισμό, την μικροιδιοκτησία και τις πελατειακές σχέσεις. Και ας του ζητήσουμε να ενισχύσει με πόρους- και από το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, το οποίο η άγνοια ή η βλακεία των τροϊκανών συρρίκνωσε, και από το ΕΣΠΑ,- ας του ζητήσουμε λοιπόν να ενισχύσει την Ελλάδα του θετικού ισοζυγίου πληρωμών. Απ’ αυτήν την εξέλιξη δεν θα χάσουν ούτε αυτοί οι μικροϊδιοκτήτες των οποίων τα μικρομάγαζα κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ούτε οι εργαζόμενοι σ’ αυτά που πλέον εργάζονται, αλλά δεν πληρώνονται .

*Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ κοινωνιολογίας και αναπληρωτής επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ. Το βιβλίο του, «Οι μεγάλες απουσίες: Ελληνική δημοκρατία σε άμυνα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

http://www.lifo.gr

Αρέσει σε %d bloggers: