Νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Ο Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σκοπό έχει να βοηθήσει τους πολίτες που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, έτσι ώστε να ρυθμίσουν την εξόφλησή αυτών.
Ο οφειλέτης καλείται να τηρήσει μια προδικασία η οποία έγκειται στην υποχρέωσή του να υποβάλει αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού στην τράπεζα, στην οποία θα προτείνει ένα σχέδιο αποπληρωμής σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Ο νόμος δίνει την δυνατότητα στους οφειλέτες να απαλλαγούν από μέρος των χρεών τους, εφόσον αποπληρώσουν για τέσσερα έτη ένα μέρος αυτών, που καθορίζεται από το Δικαστήριο. Στις ρυθμίσεις του νόμου υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα, καταναλωτές και επαγγελματίες, πλην των εμπόρων για τους οποίους όμως αναμένεται να υπαχθούν στο νόμο με τροποποίηση που επίκειται.

Εξαιρούνται της  ρύθμισης οφειλές που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης ρύθμισης. Η αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο του τόπου που κατοικεί ο οφειλέτης. Σε ό,τι αφορά τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (διαδικασίες πλειστηριασμού) που βρίσκονται σε εξέλιξη ή με τα οποία απειλείται ο οφειλέτης, μπορεί να τα σταματήσει με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τη δικάσιμο της αίτησης, το δικαστήριο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων του Νόμου και -εφόσον υφίστανται- ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές.

Το ύψος των μηνιαίων καταβολών καθορίζεται από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματά του, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης αδυνατεί να καταβάλει οποιαδήποτε ποσό, το Δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει αναστολή της πληρωμής των χρεών για κάποιο διάστημα ή ακόμη και να απαλλάξει τον οφειλέτη από την υποχρέωση καταβολής ενός ποσού, ιδίως όταν αυτός είναι άνεργος ή έχει σοβαρά προβλήματα υγείας ή δεν έχει επαρκές εισόδημα. Το δικαστήριο επανεξετάζει στις περιπτώσεις αυτές μετά από 6 περίπου μήνες την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οφειλέτης.
Η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη μπορεί να ρευστοποιηθεί με απόφαση του Δικαστηρίου προκειμένου να ικανοποιηθούν οι δανειστές του. Ωστόσο, ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να εξαιρέσει από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία την κύρια κατοικία του, εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει σε εμβαδόν το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι να αναλάβει ο οφειλέτης με το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου, για χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάνει μέχρι 20 έτη, την εξυπηρέτηση χρέους που αντιστοιχεί στο 85% της εμπορικής αξίας ης κατοικίας. Στις ρυθμίσεις του Νόμου, μπορούν και πρέπει να υπαχθούν και οι εγγυητές αυτοτελώς, αφού τυχόν ευδοκίμηση της αίτησης για τους οφειλέτες δεν επεκτείνει τις ευνοϊκές ρυθμίσεις της και στους εγγυητές.

Αικατερίνη Α. Βασιλοπούλου
Δικηγόρος

Αρέσει σε %d bloggers: