Για τον Παναγιώτη Δρίβα (1921-2012)

Ο επικήδειος λόγος εκφωνήθηκε στον Άγιο Ανδρέα από τον Γιώργο Ν. Δερμάτη, καθηγητή του Λυκείου Λαυρείου

 Παναγιώτης Δρίβας (Λαύρειο 1921-Λαύρειο 2012), καθηγητής φιλόλογος

Αγαπημένε μας Δάσκαλε,

σεβαστέ μας Καθηγητή, άξιε Καθηγητή της κλασσικής φιλολογίας,

είναι παρόντες εδώ οι φίλοι σου που σε αγαπούσαν,

είναι παρόντες εδώ παλιοί και νέοι μαθητές σου,

που επί δεκαετίες, σε καιρούς πολύ δύσκολους, στήριζες και προετοίμαζες με γνώση και αγάπη σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου, στις εισαγωγικές εξετάσεις για τις Σχολές της Φιλοσοφικής και της Νομικής Σχολής των Πανεπιστημίων της Ελλάδας.

Με υψηλό αίσθημα ευθύνης, επιστημονική συγκρότηση, μετέτρεπες το επιστημονικό αγαθό σε μορφωτικό, υπομονετικά, με ανθρωπιά, έκτιζες τις γνώσεις μας, τον χαρακτήρα μας, τον ψυχικό μας κόσμο.
Περνάνε μπροστά στα μάτια μας τα χρόνια των γυμνασιακών μας σπουδών και μας είναι αδύνατον να μη τα συνδέσουμε με την παρουσία σου, με το χαμόγελό σου· τα αρχαία ελληνικά κείμενα όλων των τάξεων του Γυμνασίου είναι συνδεδεμένα ανεξίτηλα με το διδακτικό σου πάθος.

Μας δίδαξες ακόμη, μας έδωσες τις αρχές της μεθοδικότητας, της συστηματικότητας και προ παντός το πνεύμα της ευψυχίας-το εύψυχον-για να φτάσει κανείς στις υψηλές κορυφές της επιστήμης· να το καταλάβετε καλά-μας έλεγες-τα γράμματα είναι «αίμα και ιδρώτας».

Ναι ήσουν χαρισματικός Δάσκαλος, εμπνευσμένος.

Αλλά ο Παναγιώτης Δρίβας, αυτός ο μαχητής της παιδείας και της εκπαίδευσης είχεν υπάρξει πρώτα μαχητής της λευτεριάς. Αυτό που μας δίδασκε αργότερα απ’ τον θουκυδίδειο Επιτάφιο του Περικλέους: «…το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους.» δηλ. ότι «…θεμέλιο της ευτυχίας είναι η ελευθερία και θεμέλιο της ελευθερίας είναι η ευψυχία να μην δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους της μάχης», το είχε κάνει πράξη ο ίδιος σ’ εκείνη την τρομερή δεκαετία 1940-1950.

Σε μια από τις πιο δύσκολες ώρες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, την σκοτεινή περίοδο της Γερμανικής Ναζιστικής Κατοχής, με το μόλυσμα των δοσιλόγων να συνεργάζεται με τους κατακτητές, εσύ 20 ετών παλληκαράκι, φοιτητής της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, άκουσες τη φωνή της πατρίδας, τραγούδησες το «Είμαστε εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου», με τα βιώματα της πολύπαθης εργατούπολης του Λαυρείου και το αδούλωτο φρόνημα θρεμμένο απ’ τις ρίζες σου της λακωνικής γης, ύψωσες εδώ στην πόλη μας ανοιχτά τη σημαία της Εθνικής Αντίστασης, πάλεψες με τους συναγωνιστές σου, για τα ιδανικά της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, ως ηγετικό στέλεχος, ως πρωτοπόρος μέσα απ’ τις γραμμές του ΕΑΜ (του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου).

Κατά τον τρομερό χειμώνα του 1941-1942 έως το μαύρο καλοκαίρι του 1942 στο Λαύρειο εκατοντάδες ήταν τα θύματα απ’ την πείνα, μεταξύ αυτών πάρα πολλά παιδιά· ο θάνατος είχε σκεπάσει σαν μαύρο σύννεφο την πόλη. Τότε χάρις στις επίμονες  πιέσεις, στα επανειλημμένα εμπιστευτικά διαβήματα της οργάνωσης του ΕΑΜ, με επικεφαλής τον ίδιο τον Παναγιώτη Δρίβα προς  τα διευθυντικά στελέχη της Γαλλικής Εταιρείας οργανώθηκαν συσσίτια και για τις οικογένειες των πρώην εργαζομένων σ’ αυτήν και αργότερα για όλη την πόλη του Λαυρείου. Αυτό  κατέστη δυνατό μετά την πώληση του παραχθέντος αργύρου σε μαυραγορίτη κοσμηματοπώλη της Αθήνας από εκπρόσωπο της Γαλλικής Εταιρείας∙ με κίνδυνο της ζωής τους, κρυφά από τις Δυνάμεις Κατοχής, μέσα στη νύχτα, ο αρχιμηχανικός της Εταιρείας Κωνσταντίνος Κονοφάγος με τους συνεργάτες του, με μια νέα μέθοδο που ανακάλυψε, είχαν παραγάγει μεταλλικό άργυρο. Στη σχετική εκδήλωση στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο τον Μάρτιο του 2009 ο Παναγιώτης Δρίβας προσεκλήθη από τους εισηγητές και οργανωτές και όταν έλαβε τον λόγο, σηκώθηκε σεμνά και είπε: «Έπραξα μόνον το πατριωτικό και κοινωνικό μου καθήκον. Τίποτε άλλο», και κάθησε στη θέση του.

Είναι ο Παναγιώτης Δρίβας, που πρωτοστάτησε και οργάνωσε την αντίσταση κατά της πολιτικής επιστράτευσης των Λαυριωτών από τους Γερμανούς Κατακτητές-όπως έγινε και στην Αθήνα- τον Μάρτιο του 1943, με τις μαυροφορεμένες γυναίκες της Νεάπολης  και του Κυπριανού, και κατέστρεψαν τους στρατολογικούς καταλόγους στη Δημαρχία.

Και φυσικά αυτόν ήθελαν πρώτον απ’ όλους οι Γερμανοί, αυτόν ζητούσαν κρυφά και φανερά, μέρα και νύχτα :  Πάνος Δρίβας, που είναι Πάνος. Η σύλληψή του θα σήμαινε την άμεση επί τόπου εκτέλεση. Αλλά αυτός αϊτός μοναχός τούς ξέφευγε  και στο μπλόκο στο σπίτι του στη Νεάπολη και στο μπλόκο στην Κερατέα και στην Ευτέρπη και αλλού.

Σε έναν τέτοιον αϊτό της λευτεριάς, σαν τον Παναγιώτη τον Δρίβα, μπροστά στο ιερό του λείψανο η Ελλάδα νοερά αποδίδει τιμές:

«Εδώ δεν πρέπουν κλάματα δεν πρέπουν μοιρολόγια

μόν’ πρέπουν δυο ζυγιές βιολιά και μπαταργιές ντουφέκια».

Ο Παναγιώτης Δρίβας ακολούθησε τη μοίρα των διώξεων των αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στη ζοφερή περίοδο μετά το 1945 και στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. 4 ολόκληρα χρόνια κρατούμενος στην κόλαση της Μακρονήσου βίωνε περισσότερο την τραγωδία, γιατί ήταν τόσο κοντά στην πόλη του, αλλά τόσο μακρυά. Τώρα έβλεπε μόνον τη μαύρη δύση στα βουνά του Λαυρείου· κάπου μέσα στα φώτα της πόλης ήταν και το φως του δικού του σπιτιού. Βρήκε τον τρόπο να δραπετεύσει στο ενδιάμεσο διάστημα, συλλαμβάνεται στην Αθήνα, στρατοδικείο, ξανά πίσω στη Μακρόνησο, όπως λέει ο ποιητής «μονάχος κι αβοήθητος της λευτεριάς ταμένος» (1) ζώντας αγκαλιά με τον θάνατο μέχρι το 1952.

Αυτό ήταν το τίμημα, διότι αγωνίσθηκε για την ελευθερία της πατρίδας· και όχι μόνον· οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, μέσα στο πνεύμα της μισαλλοδοξίας της εποχής, τον απέκλεισαν από το Δημόσιο Σχολείο. Αλλά αυτός αγαπούσε την Ελλάδα περισσότερο από τους διώκτες του. Αγωνίσθηκε και έβγαλε το ψωμί του παραδίδοντας φροντιστηριακά μαθήματα, μεταλαμπαδεύοντας σε μας τους νέους τις αθάνατες, διαχρονικές αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Αγαπημένε μας Δάσκαλε, αγαπημένε μας κυρ-Παναγιώτη,

σεβαστέ μας Καθηγητή, άξιε Καθηγητή της κλασσικής φιλολογίας,

σε συντροφεύουν σήμερα οι αγέραστοι επιτάφιοι λόγοι της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, που διασώθηκαν και είχες διδάξει: ο θουκυδίδειος του Περικλέους, του Λυσία, του Δημοσθένη, του Γοργία, του Υπερείδη και το δοκίμιο επιταφίου λόγου Μενέξενος του Πλάτωνα. Αυτά τα ονόματα και τόσα άλλα, αυτό το πνεύμα, τα αρχαία ελληνικά κείμενα, που τόσο είχες αγαπήσει…

Απ’ αυτόν τον τελευταίο, τον Μενέξενο του Πλάτωνα μάς είχες δώσει το μέγιστον μάθημα ότι : «…παν πλήθος και πας πλούτος αρετή υπείκει.» δηλαδή «όλη η αριθμητική υπεροχή και όλος ο πλούτος γονατίζουν μπροστά στην ανδρεία».

Και απ’ τον πρώτο Επιτάφιο,  του Θουκυδίδη, σου αφιερώνουμε τις σκέψεις:

«…τη μνήμη σου δεν θα τη διασώζει μόνον το όνομά σου στο νεκροταφείο της πόλης, αλλά παντού θα βρίσκεται  πιο δυνατή μέσα στις καρδιές των ανθρώπων εξ αιτίας της γενναιοψυχίας σου».

Αγαπημένε μας Δάσκαλε, «Χαίρε και ειν’ Αίδεω [Άδου] δώμασι»,

θα σε θυμόμαστε πάντα με τα λόγια του ποιητή, που βίωσες εσύ και η ανυπότακτη γενιά σου, παλεύοντας στα άγρια εκείνα χρόνια για μιαν Ελλάδα περήφανη και δίκαιη, τότε που «περπατούσες μέρα-νύχτα τον θάνατο, χωρίς να σκοντάψεις» (2):

«Αν είναι ο θάνατος πάντοτε-δεύτερος είναι.

Η ελευθερία πάντοτε είναι πρώτη» (3)

Καλό σου ταξίδι.

Σημ.: Οι στίχοι  στις ενδείξεις 1, 2, 3 προέρχονται από το ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου.

Αρέσει σε %d bloggers: