Αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940! του Χρήστου Προμοίρα

Εβδομήντα επτά χρόνια μας χωρίζουν από το ‘’ΟΧΙ’’ του ’40. Κι ανάμεσά τους η κατοχή , ο εμφύλιος , η Μακρόνησος και οι βίαιες αλλαγές κυβερνήσεων, η επιδημία της μετανάστευσης,  μια ακόμα δικτατορία , το σοκ του χρηματιστηρίου, η  είσοδος στην ευρωζώνη , μια αμφιλεγόμενη Ολυμπιάδα και τρία μνημόνια …

Εβδομήντα επτά χρόνια από ένα ‘’ΟΧΙ’’ που μετεξελίχτηκε σε εποποιία αλλά και σε κατάρρευση κάποιες φορές και σε παρακμή. Παρ’ ‘όλα αυτά η χώρα μας επιμένει να ζει ακόμα και με μηχανική υποστήριξη. Να χαριεντίζεται με τους θεματοφύλακες και τους διαχειριστές της ήττας της ακόμα και με τον αναπνευστήρα! Και το ταξίδι συνεχίζεται… ο κόσμος αλλάζει …όσο για την ιστορία αφού γλύκανε για κάποιες δεκαετίες το χάπι στις ανάγκες μας και ανέχτηκε το καταναλωτικό μας κρεσέντο με δανεικά , μετά μας γύρισε πάλι την πλάτη κι έγινε σιωπή. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν να έχουν λόγο οι ποιητές και τα τραγούδια .

‘’όμορφη και παράξενη πατρίδα ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα’’ γράφει Οδυσσέας Ελύτης

Σ’ αυτή την όμορφη και παράξενη πατρίδα και τους ανθρώπους της με αφορμή το έπος του ’40 είναι αφιερωμένη η σημερινή μας συνάντηση. Ποιητές , στιχουργοί συνθέτες ,τραγουδιστές , ζωγράφοι ,χαράκτες, σκιτσογράφοι, δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και τόσοι άλλοι μας βοήθησαν σ’ αυτή μας την προσπάθεια . Ευχαριστούμε και ξεκινάμε….

Από τις πρώτες αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου για τον Ελληνοιταλλικό πόλεμο εκίνη του Κωστή Παλαμά:Ο ποιητής τρεις μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου (1η Νοεμβρίου 1940), απευθύνεται στα νιάτα της Ελλάδας με ένα τετράστιχό του που επιγράφεται «Στη νεολαία μας».

 

Κωστής Παλαμάς

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω
δεν έχω άλλο κανένα
Μεθύστε με τ’ αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα!»

Και τα παιδιά της Ελλάδας με τη φυσική λεβεντιά και πατριδολατρία τους αφουγκράσθηκαν τα λόγια του ποιητή και έγραψαν σελίδες δόξας και μεγαλείου στις δυσπρόσιτες και χιονισμένες κορυφές της Πίνδου και έτσι ο Κωστής Παλαμάς συνεπαρμένος απ’ τις νίκες των Ελλήνων γράφει το τελευταίο του ποίημα με τίτλο: «Η νίκη».
«Παιδιά μου ο πόλεμος, / για σας περνάει θριαμβευτής? / των άδικων ο πόλεμος / δεν είν’ εκδικητής / είναι ο θυμός της άνοιξης / και της δημιουργίας; / Κι’ αν είναι, και στον / πόλεμο μέσα η ζωή θυσία, / ο τάφος είναι πέρασμα / προς την Αθανασία!»

Ο ποιητής, εξαντλημένος ήδη, γερασμένος με άσπρα τα μαλλιά και τα γένια, άσπρα τα δασιά πυκνά φρύδια, που έπεφταν και σκέπαζαν σχεδόν τα μάτια του, δεν άντεξε στον χαμό της στοργικής συντρόφου του, που πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1943, και δεκαοκτώ ημέρες αργότερα έφυγε κι αυτός για την αιώνια ανάπαυση.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

28 Οκτωβρίου 1940 από το ημερολόγιο του Γ. Σεφέρη

  

Δευτέρα 28.

Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: « έχουμε πόλεμο ». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.

Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως μετά τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας.

Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή

Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ’ ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.

Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη. Πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο. Τώρα όλοι μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας».

Ο βασιλιάς με ύφος νέου αξιωματικού. Υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:-είστε βέβαιος; και των Γερμανών; -Και των Γερμανών είπα. -Τι δικαιολογία να δώσουμε; Δεν έχω καιρό για συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα. . Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια».

Μέρες Γ΄, 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ‘’ΔΟΚΙΜΕΣ’’

Αποσπάσματα από τον τρίτο τόμο

“Το “Οχι” του Μεταξά ήταν μαζί με άλλα η αντίδρασή του στην προσωπική προσβολή και την απιστία που του είχε κάνει η τροφός του Γερμανία. Το ξύπνημα του λαού μας μπροστά στην αδικία ήτο απερίγραπτο. Στις 28 Οκτωβρίου, και όχι στις γιορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο ελληνικός λαός είναι μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν κατάλαβε όμως ότι η μέρα εκείνη δεν επικύρωνε τη δικτατορία, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου. Διότι αν το ένιωθε έπρεπε να στείλει στα σπίτια τους, τους διάφορους ανάξιους, που τον περιστοίχιζαν και να μαζέψει γύρω του τους ανθρώπους που ήσαν ικανοί να τον βοηθήσουν στον τρομακτικό αγώνα όπου έμπαινε το Έθνος.

Όλους τους μέτριους, τους άψυχους, τους μικροκατεργάρηδες, τους ανθρώπους που δεν είχαν άλλο μέσα τους παρά το δέος της Γερμανίας, τους κράτησε. Ο Μεταξάς δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να καταλάβει ότι στις 28 Οκτωβρίου απαλλάσσονταν από το κλειστό περιβάλλον των κολάκων και γινότανε το πρόσωπο στη μεγάλη τραγωδία της Ευρώπης. Ο λαός από τη νάρκη της αδιαφορίας ξύπνησε σύσσωμος, μονομιάς, φρέσκος, ολοζώντανος….’’

Και συνεχίζει ο Γιώργος Σεφέρης: ‘’ Αλλά είναι ζήτημα αν η κράση του Μεταξά ήταν από εκείνες, που αισθάνονται τα μηνύματα της ψυχής του λαού. Έτσι ο άνθρωπος που καθώς λένε είχε επιτύχει την ένωση ολοκλήρου του ελληνικού λαού, την είχε επιτύχει γιατί είπε τη λέξη “όχι” που ήταν στις καρδιές όλων των πραγματικών Ελλήνων. Το όχι, σήμαινε πως η Ελλάδα θα πολεμούσε τον πιο επικίνδυνο πόλεμο της ιστορίας της με το μέρος εκείνων που χτυπούσαν τις φασιστικές δυνάμεις. Πώς ήταν δυνατό να συνδυαστούν τα δύο αυτά πράγματα;

……………………………………………………………………………

‘’Μια φορά σ’ ένα ελληνικό νοσοκομείο ένα παλικάρι είχε χάσει το πόδι του. Μήνυσαν στη γυναίκα του από το χωριό για να τον δει. Ξέσπασε σε λυγμούς όταν τον είδε ακρωτηριασμένο. Εκείνος περίμενε λίγο και έπειτα της είπε μετρημένα: τώρα κλαις για ένα κομμένο πόδι και δεν συλλογίζεσαι πως αλλιώς θα ‘κλαιγες για τη λευτεριά σου. Τέτοιοι είναι εκείνοι που έκαναν την πόλεμο με το φασισμό και εκείνοι που πολέμησαν τους χιτλερικούς…

…τέτοιοι είναι οι ήρωες και οι μάρτυρες που αποφασίζουν κάθε μέρα τη ζωή τους και φτύνουν κατάμουτρα τα εκτελεστικά αποσπάσματα των δημίων…’’

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Έχει λεχθεί ότι τον πόλεμο της Αλβανίας τον κέρδισαν οι έφεδροι ανθυπολοχαγοί, προφανώς λόγω του βαθμού τους που απαιτούσε να είναι μπροστάρηδες στη μάχη και να δίνουν πρώτοι αυτοί το παράδειγμα της ανδρείας και του ηρωϊσμού. Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Αλβανία, ήρθε αντιμέτωπος με το θάνατο, αλλά είναι αυτός ο ποιητής που μέσα από την ποίηση του έκανε πραγματικό έπος τον πόλεμο στην Αλβανία. Πρώτα τίμησε τον έφεδρο ανθυπολοχαγό στη συλλογή του «Άσμα Ηρωίκό και πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ)

Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο, για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

……………………………………………………..

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

…………………………………………………………………………….

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

‘’Η Πορεία προς το μέτωπο ‘’ Απόσπασμα από το ‘’ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ’’

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως… καλύτερα  όμως να ακούσουμε το απόσπασμα όπως ηχογραφήθηκε στην πρώτη έκδοση σε βινύλιο του ‘’ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ’’ με τη φωνή του Μάνου Κατράκη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ του ‘40

Ο Γιάννης Ρίτσος το 1937 νοσηλεύεται σε σανατόριο της Πάρνηθας.

Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή ενώ οι περιπέτειες της υγείας του συνεχίζονται…

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942.

Ο λαός

Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια,

σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.

Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες – υψώνει το κεφάλι

κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.

Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα

κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.

Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο ψυχομέτρι,

μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.

Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα

και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.

Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το μέγα βάθος

σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος.

Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης

και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.

Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει

φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι.

Σ’ αυτό το σημείο ας δούμε το Video που ακολουθεί με ένα απόσπασμα αυτού του ποιήματος μελοποιημένο το 1982 από τον Μάριο Τόκα σε πρώτη εκτέλεση από τον Λάκη Χαλκιά

  

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ

«ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ»

Η πρώτη συνάντησή τους δεν μπορεί να πει κανείς πως πήγε καλά. Οι κόντρες που είχαν όταν συνεργάστηκαν ήταν καθημερινό φαινόμενο, αλλά η ζωή τα έφερε έτσι ώστε ο Μίμης Τραϊφόρος να χαρίσει στη Σοφία Βέμπο τη μεγαλύτερη επιτυχία όλων των εποχών με το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» και δικαίως να αποσπάσει τον τίτλο της «Τραγουδίστριας της νίκης», αλλά και στη συνέχεια να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου. Ετσι, λοιπόν, στην επόμενη συνεργασία τους η Σοφία Βέμπο λέει κάποια μέρα πίσω στα καμαρίνια στον Μίμη Τραϊφόρο:

-«Έμαθα πως γράφεις ωραίους στίχους. Θέλω να μου γράψεις ένα πολεμικό τραγούδι».
-«Πρώτη φορά βλέπω θεούς να ζητάνε χάρη από κοινούς θνητούς…»
-«Αστ’ αυτά. Απ’ αυτά ξέρεις πολλά! Τραγούδια μπορείς να μου γράψεις;».
-«Θα προσπαθήσω».
-«Αν μπορείς, γράφ  το απάνω στη Ζεχρά του Σουγιούλ. Μου αρέσει πολύ η μουσική της».
Τότε ο Μίμης Τραϊφόρος πηγαίνει στο καμαρίνι του, χαρτί δεν υπήρχε αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Πάνω στο τσιγαρόχαρτο αρχίζει γρήγορα να γράφει τους στίχους του τραγουδιού:
«Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά /που σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά./ Παιδιά, στη γλυκιά Παναγιά, προσευχόμαστε όλοι/ Να ‘ρθετε ξανά».
Η Σοφία διαβάζοντας του στίχους βουρκώνει από συγκίνηση.
Τραγουδάει το τραγούδι το ίδιο κιόλας βράδυ κλαίγοντας. Το θέατρο είναι γεμάτο με νεοσύλλεκτους φαντάρους και τους πρώτους τραυματίες που έχουν επιστρέψει με κρυοπαγήματα. Πριν τελειώσει το τραγούδι, ένα παλικάρι με κομμένα και τα δυο του πόδια φωνάζει: «Τραγούδα, Σοφία, τραγούδα, όταν τραγουδάς δε νιώθουμε πόνους στα πόδια μας!».

  

ΜΑΝΟΣ  ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Μέρα που είναι, αξίζει να θυμηθούμε ένα ραδιοφωνικό σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι για την 28η Οκτωβρίου, με τον μεγάλο συνθέτη να δίνει τη δική του διάσταση στην εθνική αυτή επέτειο και τον εορτασμό της.

Γιατί είπε το ΟΧΙ ο Μεταξάς, αφού θαύμαζε τον άξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού;

Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά… Oι πιέσεις, οι Άγγλοι, τα ανάκτορα κ.τλ. Μπορεί κανείς να ερωτηθεί και αν λέγαμε ΝΑΙ; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν. Ένα-δυο χρόνια υπό συμμαχική επιστασία –μήπως δεν είμαστε πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς;– κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην ευρωπαϊκή κοινότητα.

Άσε και εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος, σαν τον Καραγκιόζη, πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένο όφι. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας….

(Ραδιοφωνικό σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι για την 28 Οκτωβρίου στο ΣΚΑΙ)

  

ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΟΥ ‘40

Ο τρυφερός βλαστός του λαϊκού τραγουδιού που ερχόταν τώρα να εκφράσει τα διαφορετικά αισθήματα μιας διαφορετικής τάξης κόβεται βίαια από την δικτατορία του Μεταξά. Ο φασισμός σ’ όλες τις περιοχές της Ευρώπης όπου επικράτησε προσπάθησε να επιβάλει μια μουσική ψευτοευεξία με φανφάρες και θούρια αποκλείοντας την έκφραση του πόνου των εργαζομένων μαζών με το τραγούδι. Το ίδιο έκανε κι εδώ η δικτατορία του Μεταξά επιβάλλοντας ηλίθια εμβατήρια και ύμνους στο καθεστώς που φυτοζώησαν όσο κι αυτή. Και χτύπησε στη ρίζα του το λαικό τραγούδι , όπως χτύπησε με λύσσα κάθε άλλη εκδήλωση γνήσιας λαϊκής μορφοπλασίας. Αυτά μεταξύ άλλων γράφει ο Τάσος Βουρνάς στο άρθρο του ‘’Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι’’ που συναντάμε στη σελίδα 239 του βιβλίου ‘’Ρεμπέτικα τραγούδια’’ που επιμελήθηκε ο Ηλίας Πετρόπουλος- Εκδόσεις Ερμής.

Παρ’ όλα αυτά οι ρεμπέτες ήταν πολλαπλά παρόντες όταν άκουσαν τις σειρήνες του πολέμου…

Και βέβαια ο πρώτος στόχος ήταν –όπως και στην επιθεώρηση- ο ιταλός  δικτάτορας…

Βρε Μπενίτο μη θαρρείς για μακαρόνια
Τα ελληνικά κανόνια
Τα ‘χουν χέρια δοξασμένα
Παλικάρια αντρειωμένα

Η μουσική είχα γραφτεί πάνω σε άλλους στίχους (ο Αντώνης ο βαρκάρης) μα τώρα οι στίχοι άλλαξαν(τους έγραψε πάνω στη μουσική ο Μίνως Μάτσας ), κι έτσι προέκυψε ‘’τα’ όνειρο του Μπενίτο’’ με ερμηνευτές τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο

  

Το επόμενο τραγούδι είναι του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα Τίτλος: «

Σε μια επανεκτέλεση με τον Αγάθωνα Ιακωβίδη.Ψηλά, Στης Πίνδου Τα Βουνά » ( Ψηλά Βουνά Κι Απάτητα ) Πρώτος Στίχος: » Ψηλά Βουνά Κι Απάτητα, Μανούλα Μου, Περνούμε » Δίσκος του 1940. Ρυθμός: Ζεϊμπέκικος

Ψηλά Βουνά Κι Απάτητα, Μανούλα Μου, Περνούμε,

Νεμέρτσκα , Πίνδο , Μόροβα και πάντοτε νικούμε…

 
Δημήτρης Γκόγκος-μπαγιαντέρας/ Αγάθων Ιακωβίδης

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, τα μόνα επετειακά τραγούδια που ακούγονταν τις μέρες του ΟΧΙ, ήταν αυτά των δημιουργών του ελαφρού τραγουδιού και της επιθεώρησης, όπως π.χ. Κορόιδο Μουσολίνι, Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του, Παιδιά της Ελλάδος παιδιά κ.ά., ερμηνευμένα κυρίως από τη Σοφία Βέμπο. Τώρα που τα σεντούκια άνοιξαν και οι πληροφορίες τρέχουν στο διαδίκτυο είναι σίγουρο ότι οι απόψεις επί του θέματος θα ισορροπήσουν. Και αφού μιλάμε για ισορροπιστές πάμε στο Νίκο Γούναρη

Με το χαμόγελο στα χείλη,

πάν’ οι φαντάροι μας μπροστά

και γίνανε οι Ιταλοί ρεζίλι,

γιατ’ η καρδιά τους δεν βαστά.

Νίκος Γούναρης -Κορόιδο Μουσολίνι(1940).Στίχοι: Γιώργος Οικονομίδης Μουσική: Eldo Di Lazzaro Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Γούναρης

«Μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα ρεμπέτικα και τα ελαφρά τραγούδια για τον Ελληνοϊταλικό, έξω βέβαια από το διαφορετικό ύφος, είναι ότι στα ρεμπέτικα βρίσκουμε περισσότερα καινούργια τραγούδια, ενώ στα ελαφρά τα πιο πολλά είναι αποτέλεσμα της εύκολης λύσης να μπουν επίκαιρα στιχάκια σε παλιές επιτυχίες. Ιδού δύο παραδείγματα καινούργιων ρεμπέτικων. «Θα πάρω το ντουφέκι μου» (Σ. Κηρομύτη), 1941, «Στης Αλβανίας τα βουνά» (Α. Χατζηχρήστου), 1940» αναφέρει ο Πάνος Σαββόπουλος στον Γιώργο Κιούση στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.


O Μάρκος Βαμβακάρης και ο Παναγιώτης Τούντας έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940.

Εμείς κλείνοντας το θέμα για σήμερα θα σας προτείνουμε μια αξιοπρεπή επανεκτέλεση του τραγουδιού του Χατζηχρήστου το 1992  από τον Κώστα Μακεδόνα και το δίσκο με το γενικό τίτλο ‘’Τι είναι η πατρίδα μας’’ με ενορχήστρωση Νίκου Δανίκα και επιμέλεια παραγωγής Σταμάτη Κραουνάκη.

  

ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ ‘’ΖΗΤΩ..’’- Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

To 1982,ο Γιώργος Νταλάρας, τραγουδά Άκη Πάνου, στην έκδοση του δίσκου «Θέλω να τα πω» .Το συγκεκριμένο πολύ όμορφο κομμάτι, δε συμπεριλήφθηκε σε εκείνη την έκδοση, ενώ στα μετέπειτα χρόνια, το 1985 ο Άκης Πάνου το ηχογράφησε εκ νέου, δίνοντας του τον τίτλο, «Πριν, τώρα, πάντα…»,προσθέτοντας ακόμα ένα τετράστιχο, που έλεγε: «Ο Γιώργος ξεμπαρκάρει, μπουκάρει ο Αντρέας, μου δίνει το κοντάρι της πράσινης σημαίας και κάτω για το Γιώργο και ζήτω ο Αντρέας και κάτω για το Γιώργο, βρε, και ζήτω ο Αντρέας»…Το 1989 δε σε ζωντανές του εμφανίσεις ο Άκης Πάνου, το τραγούδησε με την τωρινή εμφανιζόμενη του μορφή, προσθέτοντας τον υπότιτλο, «Αλ Καπόνε». Σήμερα  λοιπόν, το ακούμε στη νέα έκδοση του cd «Θέλω να τα πω «από το ΒΗΜΑ.

*οι πληροφορίες της «ιστορίας» του τραγουδιού ,προέρχονται από τις «πηγές» του Γιώργου Π. Τσάμπρα ,έτσι όπως τις κατέγραψε ,στην τωρινή έκδοση του cd από το ΒΗΜΑ(2010).

Να το δούμε και κυρίως να τ’ ακούσουμε!!!

Ο Χίτλερ πήρε φόρα και πάει για το Κρεμλίνο

μου δίνει ένα μάρκο,του παίζω μαντολίνο

και ζήτω του Αδόλφου και κάτω το Κρεμλίνο

Ο Στάλιν ξεσπαθώνει και τρώει το Βερολίνο

πετάει ένα ρούβλι, αρπάζω το κλαρίνο

και ζήτω για το Στάλιν και φτου! στο Βερολίνο

 

‘’Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ’’ ΤΡΑΓΟΥΔΙ & ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Κλείνοντας τη σημερινή μας επικοινωνία θα ήθελα να σας αφιερώσω το ‘’Μικρό ήρωα’’ ένα τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη στην πρώτη του εκτέλεση από τον ίδιο και τον παλαιό εκφωνητή του β’ προγράμματος της ραδιοφωνίας της ΕΡΤ Αντώνη Πυλιαρό από το διπλό L.P.παραγωγής 1984 με τον γενικό τίτλο :’’ Πάμε Μαέστρο (Ελεύθερο Θέατρο & Ελεύθερη Σκηνή – Δέκα Επιθεωρήσεις 73-84)’’. Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι ενταγμένο στην επιθεώρηση ‘’Το Τραμ Το Τελευταίο’’ (Ελεύθερο Θέατρο – Άλσος Παγκρατίου – Καλοκαίρι 1976). Το χαρίζω στα πρώην τα νυν και τα επόμενα παιδιά με την ευχή κάθε καινούργια γενιά να είναι καλύτερη από τις προηγούμενες και κυρίως αξιόμαχη και ανατρεπτική έτσι ακριβώς όπως ο Μικρός Ήρωας Γιώργος Θαλάσσης.

«Εγώ δεν ξεκουράζομαι ποτέ
είμαι παντού όπου το χρέος με προστάζει’’

 

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ…ΑΠΟ ΒΙΚΙΠΑΙΔΙΑ …

Ο Μικρός Ήρως ήταν εβδομαδιαίο περιοδικό που συνέγραψε ο Στέλιος Ανεμοδουράς με το ψευδώνυμο «Θάνος Αστρίτης»[1][2] [3] και διάνθισε με σχέδιά του κυρίως ο Βύρων Απτόσογλου[4] [5]. Πρόκειται για τις περιπέτειες τριών ηρωικών Ελληνόπουλων (του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του «Σπίθα«) κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε ΓερμανούςΙταλούς και Βούλγαρους φασίστες[6]. Κυκλοφόρησε για μία ολόκληρη 15ετία, από τις 24 Φεβρουαρίουτου 1953[7] (με τίτλο 1ου τεύχους «Ελεύθερος Σκλάβος») έως τις 18 Ιουνίου του 1968[8] όταν και διακόπηκε απότομα στο τεύχος 798[9] (τίτλος: «Ένας Μικρός, Μικρός, Μικρός Ήρως») για να συνεχισθεί άμεσα με πλήρη εικονογράφηση. Η αρχική έκδοση περιλαμβάνει συνολικά 25.536 σελίδες[10]. Στις 5 Μαΐου του 1995 κυκλοφόρησε το τεύχος 577 (Β΄περιόδου) του περιοδικού «Αντί» το οποίο προσέφερε στους αναγνώστες του δυο ακόμη ανέκδοτα τεύχη του «Μικρού «Ηρωα», τα υπό αριθμούς 799 και 800[11], που ολοκλήρωσαν τη σειρά. Επανεκδόθηκε αρκετές φορές και έχει διασκευασθεί και για το θέατρο[12] [13]. Σήμερα, κυκλοφορούν συλλεκτικοί τόμοι από τις ομώνυμες εκδόσεις (εκδόσεις «Μικρός Ήρως» – πρώην «Comics & Crosswords Puplications L.P.») του εγγονού τουΣτέλιου Ανεμοδουρά, Λεωκράτη Ανεμοδουρά[

Μικροί μου ήρωες εδώ τελειώσαμε για σήμερα…
Να ευχαριστήσουμε το Lavriaki gr για τη φιλοξενία του.
Οι πηγές μας ήταν πολλές και όλες γάργαρες…
Ευχαριστούμε τους πάντες και τα πάντα για τη βοήθειά τους.
Την άλλη βδομάδα πάλι εδώ.
Και μέχρι τότε…

V E N C E R E M O S

Α Ν Α Τ Ο Λ Ι Κ Α   Τ Η Σ   Α Τ Τ Ι Κ Η Σ
Με τον: Χρήστο Προμοίρα

 

Αρέσει σε %d bloggers: