Ο Δεκέμβριος του χιονιά και της φάτνης – Του Χρήστου Προμοίρα

ΕΙΝΑΙ αλήθεια, ότι ο μήνας Δεκέμβριος είναι ο τελευταίος μήνας του χρόνου. Στους Ρωμαίους αρχικά ήταν ο 10ος μήνας (από το λατινικό decem = δέκα). Όταν όμως προστέθηκαν, την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα και του Οκταβιανού, οι δύο μήνες Ιούλιος και Αύγουστος (από το όνομα ο πρώτος και τον τίτλο του αυτοκράτορα ο δεύτερος), ο Δεκέμβριος μετατέθηκε και έγινε ο 12ος μήνας, διατηρώντας όμως την παλιά ονομασία του.

Ορφέας Περίδης – Δεκέμβριος
Στίχοι & Μουσική: Ορφέας Περίδης


Φωτο – Δεκέμβρης – Peder Mork Mønsted – 1924

Παντελής Θαλασσινός – Δόξα Δεκέμβρη Μήνα
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης – Μουσική: Παντελής Θαλασσινός


Φωτο – η σειρά των Μηνών- 12ος Δεκέμβριος (Αιγόκερως) – Francesco Bassano ο νεότερος

Ο λαός μας ονομάζει το Δεκέμβριο Χριστουγεννάρη ή Χριστούγεννα, διότι το μήνα αυτόν γεννήθηκε ο Χριστός, και Αντρά, από τη γιορτή του Αποστόλου Ανδρέα, μετά την οποία αρχίζει. Οι αρχαίοι Μακεδόνες τον ονόμαζαν Ανδιαίο. Ο Δεκέμβριος συνδέεται με τη Γέννηση του Χριστού και το χειμερινό ηλιοστάσιο (21 Δεκεμβρίου). Τις πρώτες μέρες του, με τις γιορτές των αγίων Βαρβάρας, Σάββα και Νικολάου, το κρύο στα ορεινά δυναμώνει και ο αϊ-Νικόλας, συνήθως, «ασπρίζει τα γένια του», όπως λέει ο λαός, δηλαδή χιονίζει.


Φωτο 6-1112  Δεκεμβρίου . Η Κέρκυρα εορτάζει τον Άγιο Σπυρίδωνα

Από τις 22 Δεκεμβρίου η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, ο ήλιος αρχίζει να φωτίζει και να θερμαίνει περισσότερο και στις 25 Δεκεμβρίου γεννιέται ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης», ο Χριστός. «Η Γέννησίς Σου, Χριστέ ο θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως …», ψάλλουν οι χριστιανοί. Τα Χριστούγεννα συνδέονται με τα κάλαντα, αλλά και με τους καλικάντζαρους, τα όντα του σκότους, που όλο το χρόνο στα έγκατα της Γης πριονίζουν το δέντρο που κρατάει τη Γη, μα πριν το αποτελειώσουν ο Ήλιος ζωοδότης αρχίζει την αναγέννηση της φύσης. Οι καλικάντζαροι τα Φώτα ξαναχάνονται στο σκοτάδι.


Φωτο 7-Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δέντρο της γης

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Έξι του Δεκέμβρη
Στίχοι & Μουσική: Μπουλασίκης Απόστολος

Νύχτα των γυμνών θεών και θύμα τους
Το δεκαεξάχρονο το βήμα τους
Κοίτα τις μητέρες, τ’ άψυχο
Πως τ΄αγκαλιάζουνε

Νύχτα της σταχτιάς οργής, της έκρηξης
Της βαμμένης αφορμής, της έκπληξης
Νύχτα συμφωνία, αυτών
που μέσα τους σπαράζουνε

Νύχτα του Δεκέμβρη…

Σωκράτης Μάλαμας- Δεκέμβρης 1903
Στίχοι: Κωνσταντίνος Καβάφης
Δεκέμβρης του 1903

Κι’ αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —

αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·

όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,

ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,

η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,

ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

εις όποιο θέμα κι’ αν περνώ, όποιαν ιδέα κι’ αν λέγω.


Φωτο 8-Δεκέμβρης στην Τήνο

Ρένα Κουμιώτη – Δεκέμβρης
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος – Μουσική: Βασίλης Κουμπής

Βαρύς Δεκέμβρης στο στενό

κι ο άνεμος μανιάζει

σου παραγγείλαν πως πονώ

και είπες δε με νοιάζει.

Ο μήνας Δεκέμβριος και οι παροιμίες του!..

  • Άγια Βαρβάρα γέννησε [το χιόνι] και ο Σάββας το εδέχθη, και ο Άη Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει.
  • Αγιά- Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας αποκρίθη: μάζεψε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί ο Άη Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.
  • Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας.
  • Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), Άη Σάββας σαβανώνει, Άη Νικόλας παραχώνει
  • Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγιάσω.
  • Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος.
  • Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί Άη Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.
  • Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια γιομισμένα.
  • Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, χαρά σ’ εκείνο το γεωργό, πού ‘χει πολλά σπαρμένα.
  • Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
  • Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι.
  • Χειμωνιάτικη γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
  • Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού.


Φωτο 8- Η ιερή εικόνα της Αγίας Αναστασίας(εορτάζει 22 Δεκεμβρίου) που έφεραν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες από τον ομώνυμο Ναό του Χορόσκιοϊ και ευλαβικά φυλάσσεται στον Ναό της Αγίας στον Περισσό Νέας Ιωνίας Αττικής, που κτίστηκε από τους ίδιους εις ανάμνηση του Ναού στη Μικρά Ασία. Λόγω του σκούρου χρώματος του προσώπου της Αγίας στην εικόνα, την αποκαλούσαν »καρά κιζ», δηλαδή μαύρο κορίτσι ή μελαχρινούλα.


Φωτο 9-Δεκέμβρης στην Αθήνα- Dec 26 2015

Μόρφω Τσαϊρέλη – Δεκέμβρης
Στίχοι: Γιώργος Κορδέλλας – Μουσική: Χάρις Τσεκούρα

3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Το 1992, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ανακήρυξε την 3η Δεκεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία.

Τα άτομα αυτά βιώνουν συχνά το φαινόμενο του «Κοινωνικού Αποκλεισμού». Αισθάνονται την περιθωριοποίηση και στέρηση της συμμετοχής στα κοινωνικά, δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, που πρέπει να είναι κοινά σε όλους τους πολίτες ενός κράτους. Τα άτομα με αναπηρία δε ζητάνε να γίνει η ζωή τους ευκολότερη. Ζητάνε να γίνει η ζωή τους ΙΣΗ με τη δική μας. Στόχος πρέπει να είναι όχι η τυπική, αλλά η πραγματική ισότητα, η οποία σημαίνει ίσες ευκαιρίες στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Αυτό που πρέπει να επιδιώκεται είναι ο σεβασμός της ατομικής και ομαδικής ιδιαιτερότητας.

Επίσης (πέρα του γεγονότος ότι ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων με αναπηρία βρίσκεται εκτός εργατικού δυναμικού) και το μέσο οικογενειακό εισόδημα των νοικοκυριών που έχουν ένα μέλος με αναπηρία είναι χαμηλότερο από των άλλων νοικοκυριών, αφού το ύψος των παρεχόμενων προνοιακών επιδομάτων και αναπηρικών συντάξεων είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί να καλύψει ούτε τις ανάγκες που απορρέουν από αυτή καθ’ εαυτή αναπηρία, ενώ υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ της βαρύτητας της αναπηρίας και του βαθμού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Πάλι καλά που υπάρχουν και οι Παγκόσμιες Ημέρες για να μας θυμίζουν που και που τα αυτονόητα: Ότι είμαστε άνθρωποι, ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους ως ίσους προς εμάς, χωρίς να κάνουμε διακρίσεις, γκρεμίζοντας τα όποια στερεότυπα ή φραγμούς που «αγκυλώνουν» στο πέρασμα του χρόνου!

Σκοπός της ημέρας είναι να υπενθυμίσει στις κυβερνήσεις , στους οργανισμούς, ακόμη και σε όλους εμάς, τους απλούς πολίτες το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία .

ΜΙΚΡΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…

O φόβος για ότι δεν είναι οικείο αποτελεί χαρακτηριστικό «φυλετικής» συμπεριφοράς που προσδιορίζει την ψυχολογία του σύγχρονου αστού, η σιωπή του -η μη συνομιλία του με ότι ανοίκειο-  είναι χωρίς αμφιβολία αυτοκαταστροφική.

Ακολουθεί αληθινή μαρτυρία παιδιού με αδερφό, που έχει αναπηρία, προς μια εκπαιδεύτρια:

«Γιατί τον αποκαλείς χαζό;»

«Γιατί δεν καταλαβαίνει.»

«Πώς το ξέρεις αυτό;»

«Επειδή δεν μιλάει και δεν καταλαβαίνω τι θέλει.»

«Αν σου πει τη λέξη ‘νερό’ δεν θα καταλάβεις τι θέλει;»

«Θα καταλάβω.»

«Μπορεί λοιπόν, όχι από ολόκληρες προτάσεις, αλλά από σκόρπιες λέξεις, να σου εκφράζει τις επιθυμίες και τα συναισθήματα του.»

«Και γιατί τα παιδιά δεν παίζουν μαζί του στην παιδική χαρά; Δεν θέλω να είναι μαζί μου στο σχολείο, γιατί οι συμμαθητές μου θα καταλάβουν ότι είναι αδερφός μου και θα θεωρήσουν κι εμένα το ίδιο.»

ΒΙΒΛΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ

‘’Κανόνες συμπεριφοράς για άτομα με αναπηρία’’, Η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας – Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, ανταποκρινόμενη στο αίτημα της έδρας της UNESCO του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, προχώρησε στην έκδοση αυτού του σύντομου οδηγού στην ελληνική γλώσσα. Περιέχει δεκαοκτώ κανόνες συμπεριφοράςκαθημερινής επικοινωνίας με άτομα με αναπηρία.

Γιώργος Νταλάρας – Η πρώτη του Δεκέμβρη
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου – Μουσική: Γιάννης Σπανός

Σου γράφω πρώτη του Δεκέμβρη
είναι μεσάνυχτα βαθιά
κοιμάται ο κόσμος τώρα πια
μ’ έναν καημό που να μη σε βρει

Σε λίγο αρχίζουν μεταθέσεις
κι ίσως με φέρουν προς τα κει
Παρασκευή με Κυριακή
θά ‘χω καινούργιες υποσχέσεις…

Δεκεμβριανά

Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η ένοπλη σύγκρουση, που έλαβε χώρα στην Αθήνα, μεταξύ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ από τη μία πλευρά και των κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων από την άλλη. Ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου 1944 με την αιματηρή κατάληξη του συλλαλητηρίου της Πλατείας Συντάγματος και τελείωσε τυπικά με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Ήταν το προανάκρουσμα του Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949), αν και για ορισμένους ιστορικούς η εμφύλια διαμάχη είχε ξεκινήσει πριν από την Απελευθέρωση.

Μίκης Θεοδωράκης, 10 του Δεκέμβρη

Τραγούδι: Θανάσης Μωραΐτης – [Ενότητα V: Χορικό]
Μουσική & στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης- Δίσκος: Διόνυσος (Σείριος, 1985)

Η αντιπαράθεση αυτή προήλθε από το κενό εξουσίας, που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής τον Οκτώβριο του 1944. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, υπό την καταλυτική επιρροή του ΚΚΕ και με νωπές τις αντιστασιακές δάφνες της Κατοχής, είχε ένα καλά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα και διεκδικούσε μερίδιο στην εξουσία, αν όχι όλη την εξουσία. Απέναντί του οι αστικές δημοκρατικές δυνάμεις ήταν τελείως αδύναμες να του αντιπαρατεθούν, όντας σχεδόν 9 χρόνια εκτός εξουσίας (Δικτατορία Μεταξά, Κατοχή), ενώ μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού έφερε τη στάμπα του δοσίλογου. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η συνδρομή των Βρετανών, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα ελληνικά πράγματα και ως συμμαχική δύναμη, ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την επιβίωση της αστικής δημοκρατίας. Να μην ξεχνάμε ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον Ειρηνικό συνεχιζόταν με σφοδρότητα ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τη ζυγαριά να κλείνει αποφασιστικά υπέρ των Συμμάχων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1944 έφθασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και δύο μέρες αργότερα σχημάτισε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι ΕΑΜικοί Υπουργοί. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από τη συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Σκόμπι (επικεφαλής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα), ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944.

 Οι διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων ναυάγησαν στις 28 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου οι Υπουργοί του ΕΑΜ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ήταν φανερό ότι οι δύο πλευρές οδηγούνταν σε σύγκρουση.

Η έναρξή των Δεκεμβριανών, στις 3 Δεκεμβρίου του 1944 σηματοδοτείται από τους πυροβολισμούς των Αστυνομικών δυνάμεων μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη ενάντια στη διαδήλωση του ΕΑΜ, που είχε οργανωθεί ως απάντηση στο τελεσίγραφο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (1-12-1944) για τον αφοπλισμό όλων των αντάρτικων ομάδων, με αποτέλεσμα το θάνατο 33 διαδηλωτών και τον τραυματισμό άλλων 148. Παράλληλα ο στρατηγός Σκόμπυ προέβη σε διάγγελμα, ενώ άμεσες προσπάθειες για πολιτική λύση απαγορεύτηκαν από τον Τσώρτσιλ.

Οι μάχες κράτησαν 33 μέρες και τερματίστηκαν στις 5-6 Ιανουαρίου 1945. Επισημαίνεται ότι τα Δεκεμβριανά, όπως καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη οι μάχες του Δεκεμβρίου 1944, ήταν η μοναδική περίπτωση κατά την οποία σημειώθηκαν πολεμικές συγκρούσεις τέτοιας έκτασης στην ελληνική πρωτεύουσα από δημιουργίας του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830 Ήταν επίσης, η μόνη περίπτωση στο Β΄Π.Π. κατά την οποία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους συμμαχικές δυνάμεις (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βρετανοί)..

Διονύσης Σαββόπουλος – Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
Στίχοι – Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη & Διονύσης Σαββόπουλος

Το «κλίμα» του Δεκέμβρη 1944, με εικόνες από την Αθηνά και «αναμνήσεις» του Διονύση Σαββόπουλου από την Θεσσαλονίκη… Στίχοι – Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη & Διονύσης Σαββόπουλος

Δεκέμβρης του σαράντα τέσσερα
με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ
η μάνα μου ετοιμόγεννη, γυρίζει ο θανατάς
Να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι
έτσι γεννήθηκα στην Σαλονίκη

Από τα χώματα και με το αεράκι
βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή
είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι
στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί

……………………………………………………

Μέσα απ’ τον τοίχο που έσκασε η μπόμπα
βλέπει ένα σιντριβάνι από χρυσό
ο κόσμος λιώνει σαν δωμάτιο με σόμπα
κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ
στο υπόγειο νησί τους ταξίδεψα ως εδώ
με μια κρυφή, εκ γενετής αιμορραγία
Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στην γεωγραφία
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία

Ο Δεκέμβρης των Χριστουγέννων

 Ότι και να γίνει ο Δεκέμβρης είναι και θα είναι πάντα των Χριστουγένων. Βέβαια αυτή την ενότητα έχουμε καιρό να την αναλύσουμε σε άλλη μας επικοινωνία . Σήμερα θα αρκεστούμε να  παρουσιάσουμε ένα τραγούδι και δυο φωτογραφίες έτσι για το καλό….

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ – Χριστούγεννα

Αφιερωμένο στη μνήμη της στιχουργού του τραγουδιού, Σώτιας Τσώτου. Η συνεργασία της με τον ερμηνευτή το 1972 τους χάρισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το «Αν ήμουν πλούσιος». Από τον ομώνυμο δίσκο είναι και το «Χριστούγεννα» τη μουσική του οποίου έχει γράψει ο Δώρος Γεωργιάδης.

Χριστούγεννα κι η Γης γελάει
κι ο κυρ-Μανώλης ξαγρυπνά
γραμμάτια, ‘μόλογα μετράει
παλιόχαρτα του σατανά
παλιόχαρτα του σατανά

Ασ’ τον να μετράει τον πεχλιβάνη
βάλ’ τον Καζαντζίδη δυνατά
γιόμισε το σπίτι ανθρωπομάνι
παίζουνε τους μάγους τα παιδιά
όμορφη βραδιά δόξα Παναγιά μου
όμορφη βραδιά δόξα Παναγιά


Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του Τεμπέληπρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

    Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ’ έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
΄Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά – Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ’ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες – που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον… Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;

    Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε·
–Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
–Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχη πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ’ όλα η ραστώνη, το  ν τ ό λ τ σ ε  φ α ρ  ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέγει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ’ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον·
–Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
–Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
–Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
–Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ’ ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν’ ακούση.
–Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της· ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
–Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…
–Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.

    Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο–Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

    Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν·
–Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
–Του κυρ-Θανάση του Μπε…
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
–Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
–Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ” όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε·
–Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.
–Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
–Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
–Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
–Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!


Φωτο-Χριστουγεννα στην Αθήνα του’60


ΦΩΤΟ –Πήλιο-Μακρυνίτσα

Κάπου εδώ… σας αφήνουμε για σήμερα…
Ευχαριστούμε όσους μας βοήθησαν εντός και εκτός διαδικτύου
Ευχαριστούμε το Lavriaki. gr για την φιλοξενία του.
Την επόμενη εβδομάδα πάλι εδώ…
Καλό μήνα και καλές γιορτές να έχουμε…

 Α Ν Α Τ Ο Λ Ι Κ Α    Τ Η Σ   Α Τ Τ Ι Κ Η Σ
Με τον Χ Ρ Η Σ Τ Ο   Π Ρ Ο Μ Ο Ι Ρ Α

Αρέσει σε %d bloggers: