Δημήτρης Χορν: Ήθος-Μύθος-Φως. Του Χρήστου Προμοίρα

20 χρόνια από τον θάνατο του αξέχαστου ηθοποιού Δημήτρη Χορν, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την 16η Ιανουαρίου 1998.

    Αριστοκρατικός, χαρισματικός και γοητευτικός, είναι λίγα από τα επίθετα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάποιος, για να περιγράψει τον Δημήτρη Χορν. Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ελληνική θεατρική ιστορία, που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στο σανίδι και το πανί.
Ποιος, όμως ήταν ο «Τάκης» που όλοι λάτρευαν;

Ιδού ένα βιογραφικό του σε α’ πρόσωπο

«Γεννήθηκα το 1921, στις 9 Μαρτίου, στην Αθήνα, Ο πατέρας μου λεγόταν Παντελής και η μητέρα μου Ευτέρπη. Έχω έναν αδελφό, τον Γιάννη, δέκα χρόνια μεγαλύτερό μου. Εγώ ήρθα στη ζωή μετά το θάνατο του μοναδικού κοριτσιού που είχαν οι γονείς μου, της Νανάς. Ο Γιάννης και η Νανά είχαν διαφορά ενός έτους. Όταν πέθανε η Νανά, σε ηλικία επτά ετών, ο πατέρας και η μητέρα θέλησαν να την αντικαταστήσουν. Περίμεναν, λοιπόν, ότι το παιδί που θα ‘ρθει θα είναι κορίτσι. Δυστυχώς, δεν ήταν. Ήμουν εγώ!»

Γεννήθηκε την εποχή που η διαμάχη Βενιζελικών και Βασιλικών βρισκόταν στο ζενίθ της. Το πλήρες όνομα του ήταν Δημήτριος – Ελευθέριος.

Η νονά του, η γνωστή ηθοποιός της εποχής, Κυβέλη, καθώς και οι γονείς του, ήταν γνωστοί Βενιζελικοί. Η Ιερά Σύνοδος και ο παπάς που θα τον βάφτιζε… αντιβενιζελικοί. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την άτυπη διαθεσιμότητα του ονόματος “Ελευθέριος”. Έτσι, όταν ήρθε η στιγμή ο παπάς να ρωτήσει την Κυβέλη το όνομα του παιδιού, η ίδια απάντησε: «Δημήτριος – Ελευθέριος». Ο παπάς της είπε ότι η Ιερά Σύνοδος δεν επιτρέπει δύο ονόματα. Η Κυβέλη τότε πεισματικά, δήλωσε: «τότε, Ελευθέριος». Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο παπάς να δεχτεί ο μικρός να βαφτιστεί και με τα δύο ονόματα «Δημήτριος – Ελευθέριος». Στην πορεία της ζωής του, όμως, επικράτησε μόνο το Δημήτρης ή το χαϊδευτικό «Τάκης».

Η Κυβέλη, άναψε με το λάδι που του έβαλε στην κολυμπήθρα, τη φωτιά του θεάτρου μέσα του. Του άρεσε να αλητεύει, να παίζει μπάλα και να μπλέκεται σε εφηβικές κοκορομαχίες.

Παρά την αριστοκρατική του καταγωγή, έζησε φτωχικά παιδικά χρόνια.«Θυμάμαι ότι υπήρχε μια εποχή που τρυπούσαν τα παπούτσια μου και έβαζα χαρτόνια από τσιγάρα για να τα κλείσω. Πιστέψτε με, δε με έβλαψε σε τίποτα αυτό, είχε εξομολογηθεί σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε.

Ο Δημήτρης Χορν, πρωτοεμφανίστηκε στην σκηνή, μωρό, στην αγκαλιά της νονάς του στο έργο «Γειτόνισσες» σε σκηνοθεσία του πατέρα του. Δεύτερη εμφάνιση για τον μικρό «Τάκη» θα γίνει σε ηλικία 4 ετών και πάλι με τη νονά του, στο έργο «Νόρα» του Ίψεν, όπου έπαιζε ένα από τα παιδιά της ηρωίδας. Η τρίτη του εμφάνιση θα έρθει δέκα χρόνια αργότερα, σε ηλικία 14 ετών, στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στο θερινό θέατρο Παρκ. Κάπως έτσι τα θυμάται ο ίδιος:

«Όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών (…), στο θερινό θέατρο Παρκ, της οδού Χέυδεν, όπου ήταν εγκατεστημένος ο θίασος της μεγάλης Μαρίκας, ανέβασαν τη “Μαμά Κολιμπρί” του Μπατάιγ. Το έργο ήθελε κι ένα νέο της τότε ηλικίας μου και πήγα. Αυτή μάλιστα η εμφάνισή μου ενίσχυσε αφάνταστα τη διάθεση που είχα ήδη αρχίσει να έχω αναφορικά με το θέατρο. Και θα μου μείνει αξέχαστη αυτή η πρώτη μου επικοινωνία από τη σκηνή με το κοινό», είχε πει ενθυμούμενος τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι.

 

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικού), όπου έκανε το ντεμπούτο του το 1940, στην οπερέτα του Στράους «Η Νυχτερίδα».

1937 εισήχθη στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη, «Οι μοιραίοι».Ο ίδιος είχε περιγράψει σε μία συνέντευξη του στην Ι. Παπαντωνίου εκείνη την μέρα:

«Βγήκα στο θέατρο, γιατί μια μέρα τρώγαμε στο σπίτι μου κι ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τον μεσημεριανό του ύπνο. Μου λέει: “Αχ, αύριο το μεσημέρι δε θα κοιμηθώ. Πρέπει να πάω στη Δραματική Σχολή”. Ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Εισαγωγικών Εξετάσεων. “Μ’ έχουν βάλει Πρόεδρο στην Επιτροπή την Εξεταστική… Γι’ αυτούς που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί”».

Αφού τον ρώτησε που είναι αυτό, ο Χορν πήγε να υποβάλει αίτηση. «Μια και δυο πηγαίνω εγώ, ήταν ο Συναδινός Διευθυντής στη σχολή, να υποβάλω μια αίτηση για να δώσω εισαγωγικές. Και μου λέει, έχει λήξει η προθεσμία, αλλά επειδή είσαι γιος του Παντελή θα κάνουμε μια εξαίρεση. Το είπα λοιπόν του πατέρα μου και μου λέει: “Σ’ ευχαριστώ παιδί μου. Δε θα χάσω το μεσημεριανό μου ύπνο, διότι δε θα πάω. Δεν μπορώ να είμαι Πρόεδρος της Επιτροπής και να δίνεις εσύ εξετάσεις”».

Για τη διαδικασία των εξετάσεων ο ίδιος ο Χορν είχε διηγηθεί πως δεν πρόλαβε να πει τέσσερις πέντε στίχους και τον διέκοψαν λέγοντάς του «καλά, καλά, αρκεί». Έτσι έφυγε απογοητευμένος, έχοντας τη γνώμη πως δεν πέρασε. Την επόμενη μέρα όμως είδε στην οδό Σταδίου τον Βεάκη με τη γυναίκα του και ο Βεάκης του είπε: «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μας δρόσισες μέσα σ’ αυτή την ανομβρία». Έτσι έμαθε ότι πέρασε.

Μετά την αποφοίτηση του από την σχολή, το 1940, παίρνει μέρος στην πρώτη του επαγγελματική παράσταση και συγκεκριμένα στην οπερέτα «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους με τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη. Από το 1940 μέχρι το 1941, θα πάρει μέρος στις παραστάσεις «Ερρίκος ο Ε’» του Σαίξπηρ και «Φοιτητές» του Γρηγορίου Ξενόπουλου.Το 1944 αποφασίζει να δημιουργήσει τον δικό του θίασο μαζί με την Μαίρη Αρώνη και ένα χρόνο μετά προστίθεται και η Βάσω Μανωλίδου. Το 1945 συνεργάζεται με τον θίασο της Μελίνας Μερκούρη και του Νίκου Χατζίσκου στο έργο «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ. Από το 1946 μέχρι και το 1950, επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο παίρνοντας μέρος σε σημαντικά ελληνικά και ξένα έργα.Το 1951 φεύγει για την Αγγλία με ετήσια υποτροφία από το Βρετανικό Ινστιτούτο και στην συνέχεια ταξιδεύει στην Αμερική.

Ύστερα από απουσία δύο ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1953 γνωρίζει την Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους επισπεύδει το διαζύγιο της Λαμπέτη με τον Μάριο Πλωρίτη και μαζί γράφουν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκροτούν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα, όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι» και «Το παιχνίδι της Μοναξιάς». Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1959 και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ στο θεατρικό σανίδι.

Με τη Λαμπέτη έλαμψαν ο ένας μέσα από τον άλλον, έγραψαν το μυθιστόρημα της ζωής τους. Το σανίδι αιχμαλώτισε τον έρωτα τους από το 1953 έως το 1959. Η σχέση τους τελείωσε, ο μύθος τους όμως όχι.

“Ήταν μια καλή ηθοποιός, ήταν χαρά να παίζεις μαζί της. Είχε την ικανότητα να κάνει τα ασήμαντα σημαντικά. Και αφόρητη ζηλιάρα. Δεν τολμούσα ούτε βλέμμα να ρίξω σε άλλη γυναίκα. Γινόταν χαλασμός. Ζήλευα κι εγώ ελεεινά. Ήμασταν μαζί επτά χρόνια. Όταν με άφησε, ήμουν ως ταύρος εν υαλοπωλείο. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Δεν μπορώ να πω πως δεν την αγάπησα. Και τη θαύμαζα πολύ σαν ηθοποιό. Αλλά δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου”

Και το ευτυχές 1962, ένα επίσης ευτυχές συναπάντημα, αυτό του Μάνου Χατζηδάκι με τον Δημήτρη Χόρν, δίδαξε το αθηναϊκό θεατρόφιλο κοινό γιατί «ηθοποιός… σημαίνει φως».

Η «Οδός Ονείρων» συστήθηκε στο αθηναϊκό κοινό σαν μία ιδιόρρυθμη μουσική παράσταση που είχε σχεδόν τα πάντα: εκλεκτούς πρωταγωνιστές, θεατρικά δρώμενα, χορευτικά μέρη, στίχους, τραγούδια, μουσική δια χειρός Χατζιδάκι, κινηματογραφικά στιγμιότυπα από ένα μικρού μήκους σατιρικό φιλμάκι με πρωταγωνιστή το συνθέτη και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Αλλά κι ερμηνείες ψυχής, υπεροχη μουσική και ένα concept που παραπέμπει στις ευαισθησίες του νου και της ψυχής, στις κρυφές ελπίδες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τη χαμένη αθωότητα. Όλα αυτά μέσα από τους κατοικους μιας Αθηναικής γειτονιάς που διηγούνται τις ιστορίες και κάνουν τις ευχές τους πραγματικότητα μέσα από το φακό ενός περιπλανώμενου φωτογράφου. Του Δημήτρη Χορν.

«Όταν ήμουν μικρός κι έβλεπα επιθεωρήσεις, διασκέδαζα πάρα πολύ κι ονειρευόμουν να κάνω κι εγώ κάτι ανάλογο κάποτε. Ο Μάνος Χατζιδάκις, που τον θαυμάζω και ως μεγάλο ταλέντο και ως σπουδαίο μυαλό, μου ‘δωσε αυτήν την ευκαιρία. Και διασκέδασα πραγματικά πάρα πολύ. Η “Οδός Ονείρων” είχε το στοιχείο της αναζητήσεως. Και ήταν αυτό πολύ σημαντικό. Αν γραφτεί ποτέ η ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, ο ιστορικός πρέπει να σταθεί στην “Οδό Ονείρων”», είχε πει ο ίδιος ο Χορν.

Όταν η Εντίθ Πιαφ, επισκέφθηκε την Αθήνα το πιθανότερο είναι ότι δεν θα γνώριζε πως ένας 25χρονος μπορεί να της κλέψει την καρδιά και το μυαλό. Ούτε μια, ούτε δύο αλλά τέσσερις σελίδες επιστολή του έστειλε η σπουδαία αυτή γυναίκα, προσπαθώντας να του εκφράσει το αφόρητο του συναισθήματος της. Η επιστολή δημοπρατήθηκε από τον οίκο “Πέτρος Βέργος” στο Ξενοδοχείο Athens Plaza, ακριβώς 11 χρόνια μετά τον θάνατο του Δημήτρη Χορν. Μέχρι και σήμερα δεν έχει γίνει γνωστό αν ο νεαρός τότε Χορν απάντησε στο ερωτικό κάλεσμα της.

“Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν Τάκη, μη μου πληγώσεις την καρδιά. Θα έρθω εγώ κοντά σου τον Νοέμβριο, κανείς στον κόσμο δεν θα με εμποδίσει να έρθω στην Αθήνα, όμως αυτό που πρέπει να κάνεις χωρίς δισταγμό είναι να έρθεις στην Αμερική τον Δεκέμβριο, έτσι θα ξανασμίξουμε εκεί και από εκεί ελπίζω να σε φέρω στο Παρίσι, που όταν το γνωρίσεις θα το αγαπήσεις όσο κι εγώ. Θα μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο και πιστεύω επίσης πως σε καταλαβαίνω πολύ καλά. Ξέρω πώς είμαι ικανή να τα παρατήσω όλα για σένα. Θα σε περιμένω όσο καιρό θα χρειαστεί. Δεν έχω αγαπήσει άλλον άνθρωπο όσο εσένα». Μην αφήσεις την καρδιά μου να πεθάνει!”

Το κοινό κινηματογραφικό ντεμπούτο με τον Φίνο

Η σχέση του Δημήτρη Χορν με τον κινηματογράφο ξεκινάει το 1943 στην ταινία «Η φωνή της καρδιάς» του Δημήτρη Ιωαννόπουλου. Πρόκειται για την πρώτη ταινία που γυρίστηκε μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, καθώς και η πρώτη παραγωγή της «Φίνος Φιλμ».

Η ταινία προβαλλόταν επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε τρεις κινηματογράφους στο κέντρο της Αθήνας. Συνολικά έκοψε 102.237 εισιτήρια. Μάλιστα, η κοσμοσυρροή έξω από τους κινηματογράφους Ρεξ και Έσπερος, ενόχλησε ιδιαίτερα τους Γερμανούς κατακτητές.

Δεν ήταν όμως οι μόνοι που ενοχλήθηκαν. Σε μία σκηνή της ταινίας ο Δημήτρης Χορν έπρεπε να φιλήσει τη συμπρωταγωνίστρια του Καίτη Πάνου. Το φλογερό φιλί του ανερχόμενου ζεν πρεμιέ μπορεί να ήταν άριστο υποκριτικά, αλλά δεν άρεσε καθόλου στον σκηνοθέτη που ήταν ερωτευμένος με την Καίτη Πάνου, κι ο οποίος επιτέθηκε στον Χορν με αποτέλεσμα να τους χωρίσουν λίγο πριν πιαστούν στα χέρια.

Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Το 1953 ο Χορν ζητάει από τον Μιχάλη Κακογιάννη να γράψει το σενάριο για μία ταινία στην οποία θα πρωταγωνιστεί ο ίδιος μαζί με τον Γιώργο Παππά και την Έλλη Λαμπέτη, με στόχο να διαφημίσει τον θίασο που είχαν δημιουργήσει. Έτσι στις 11 Ιανουαρίου του 1954 κάνει πρεμιέρα η πρώτη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο «Κυριακάτικο ξύπνημα». Αξίζει να αναφερθεί, ότι τα εσωτερικά γυρίσματα γίνανε σε στούντιο της Αιγύπτου.

Ακολουθούν οι ταινίες «Κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, το 1955 – η πρώτη μεγάλη ελληνική ταινία με διεθνή επιτυχία και πολλές διακρίσεις – και «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, το 1956.

Το 1958 ο Δημήτρης Χορν, υποδύεται τον Κλέωνα, ένα φτωχό και δειλό υπάλληλο τραπέζης που ερωτεύεται την ερωμένη του αφεντικού, χωρίς ανταπόκριση. Ένα λογιστικό λάθος, όμως, φέρνει στα χέρια του 1.101.101,10 δραχμές κι έτσι καταφέρνει να κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του. Μιλάμε για την ρομαντική κωμωδία «Μια ζωή την έχουμε» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα, ντυμένη με την υπέροχη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Η κινηματογραφική επιτυχία του Χορν συνεχίζεται με την ταινία «Μια του κλέφτη» του Δημήτρη Ιωαννόπουλου το 1960 και, φυσικά, το 1961 με την ταινία «Αλίμονο στους νέους» σε σενάριο των Α. Σακελλάριου και Χρ. Γιαννακόπουλου. Η υπόθεση είναι μια παραλλαγή του μύθου του Φάουστ και ο Δημήτρης Χορν κερδίζει το βραβείο α’ αντρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά.

Έχει τραγουδήσει

  • «Ποιος το ξέρει»σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους του Κώστα Πρετεντέρη. Το πρωτοτραγούδησε στο θεατρικό έργο «Ρομανσέρο» (1959)
  • «Μιας πεντάρας χαρά»των Πλέσσα – Πρετεντέρη. Από το μουσικό άλμπουμ «Η Αθήνα του ’60 τραγουδά» (1959)
  • «Ξέρω κάποιο αστέρι»ή «Αστέρι, αστεράκι». Μουσική Μίμης Πλέσσας, στίχοι Κώστας Πρετεντέρης, φωνητικά Τζένη Βάνου (1959)
  • «Ας είν’ καλά το γινάτι σου»σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και στίχους Αλέκου Σακελλάριου. Το τραγούδησε στην ταινία «Αλίμονο στους νέους» (1961)
  • «Πες μου μια λέξη»των Χατζιδάκι – Σακελλάριου, από την ταινία «Αλίμονο στους νέους» (1961)
  • «Οι θαλασσιές οι χάντρες»σε μουσική του Μίμη Πλέσσα και στίχους του Κώστα Πρετεντέρη. Το πρωτοτραγούδησε στην κινηματογραφική ταινία «Η Αθήνα τη νύχτα» (1962)
  • «Ηθοποιός σημαίνει φως»σε στίχους και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Το τραγούδι το πρωτοτραγούδησε στο θεατρικό έργο «Οδός ονείρων» (1962)
  • «Το πάρτυ»στίχοι και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Από την «Οδό ονείρων» (1962)

Έντονη ήταν και η ραδιοφωνική παρουσία του. Εκτός από τις μαγνητοφωνήσεις δεκάδων θεατρικών έργων, είχε «περάσει» στον κόσμο με ιδιαίτερο κέφι και φινέτσα ένα «αεράκι» εβδομαδιαίων πεντάλεπτων εκπομπών, που έγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης. Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών στην εκπομπή «Ο Ταχυδρόμος έφτασε».

Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974 -1975.

Το 1942 και σε ηλικία μόλις 21 ετών, θα κάνει τον πρώτο του γάμο, με την Ρίτα Φιλίππου.Μεσολάβησε ο δεσμός του με την Έλλη Λαμπέτη ενώ η όμορφη Άννα Γουλανδρή, έγινε η δεύτερη σύζυγος του μεγάλου ηθοποιού και ήταν κόρη του Νικόλα Γουλανδρή, της γνωστής εφοπλιστικής οικογενείας. Η γνωριμία της με τον Χορν ήταν παλαιά. “Είχαμε γνωριστεί πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμασταν πολύ νέοι” έλεγε ο Χορν. “Θυμάμαι πως το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν το αστραφτερό χαμόγελο της…”.
Η Άννα Γουλανδρή όμως ήταν παντρεμένη με τον πρέσβη και κατοπινό αυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου, Λεωνίδα Παπάγο.
Όταν οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά, δεν υπήρχαν πλέον εμπόδια ενώ το 1980 ίδρυσαν το Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. Η Πολιτεία του απένειμε το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1998, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια.

Πέρα από καλός και ταλαντούχος ηθοποιός, πέρα από χαρισματικός και πληθωρικός άνθρωπος, με έντονο χιούμορ και πηγαία διάθεση αυτοσαρκασμού, χαριτωμένος και γοητευτικός συγχρόνως, ή μήπως για όλα αυτά μαζί, ο Δημήτρης Χορν άφησε πίσω του έναν μύθο.

Έναν μύθο που όσα χρόνια και να περάσουν από το θάνατο του θα τον ακολουθεί σημαδεύοντας καλλιτεχνικά τις γενιές που πέρασαν και αλλά και τις γενιές που έρχονται…

Ήταν ένα μικρό αφιέρωμα στον Κύριο Δημήτρη Χορν.

Δείγμα αγάπης & θαυμασμού.. ένα ευχαριστώ για τις όμορφες και ουσιαστικές στιγμές που απλόχερα  μας χάρισε και εξακολουθεί να μας χαρίζει

 Ευχαριστούμε όλες τις πηγές του διαδικτύου που μας βοήθησαν.

Ευχαριστούμε το Lavriaki. Gr για τη φιλοξενία.

Καλές απόκριες φίλοι!!!

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ   ΤΗΣ   ΑΤΤΙΚΗΣ
Με τον ΧΡΗΣΤΟ   ΠΡΟΜΟΙΡΑ

Αρέσει σε %d bloggers: