Αποκατάσταση «ΒΡΥΣΗΣ ΚΑΝΑΤΑ» στην Κερατέα. Ένα σχόλιο

Ο Δήμος μας πρόσφατα, αποκατέστησε και ανέδειξε την ιστορική και γνωστή στον τόπο μας  «βρύση Κανατά», που βρίσκεται στην πλατεία Γιασεμή (Κανατά) στην Κερατέα.

Η βρύση αυτή, όπως και αρκετές ακόμα, είχαν τοποθετηθεί διάσπαρτες στο χωριό της Κερατέας αποτελώντας μέρος του συστήματος του γνωστού υδραγωγείου της εποχής, χρονολογούνται δε στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου. Ήταν μαρμάρινες κι εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων για νερό, δηλαδή από αυτές έπαιρναν νερό για τα σπίτια τους, πότιζαν τα ζώα τους κ.λ.π. Παρ’ ότι ήταν κατασκευές πρώτης ανάγκης και χρήσης και όχι μνημεία καθαρά αισθητικού χαρακτήρα, οι πρόγονοί μας φρόντισαν να τις κατασκευάσουν καλαίσθητες, κατά τα πρότυπα βέβαια της εποχής, με ένα μορφολογικό συνδυασμό νεοκλασικών στοιχείων με όμορφα λαϊκού ύφους ανάγλυφα διακοσμητικά, που τους προσέδιδαν παρά το μικρό τους μέγεθος μια «μνημειακότητα» στην όψη τους. Σε αντίθεση  βέβαια με τις σημερινές δικές μας γενικότερα κατασκευές, που κατά κανόνα χαρακτηρίζονται από ευτέλεια και κακογουστιά.

Προβαίνω σε αυτή την παρέμβαση, επειδή πρόκειται για δημόσιο έργο και όχι ιδιωτικό, που αφορά την ιστορία του τόπου που  γεννήθηκα  και κατοικώ,  άρα με ενδιαφέρει προσωπικά.

Φυσικά δεν είμαι ο καθ΄ ύλην αρμόδιος και βεβαίως δε θα τολμούσα να αναλάβω ποτέ ένα τέτοιο έργο, άρα κι οι προθέσεις μου δεν προσβλέπουν σε ίδιο όφελος. Οι γνώσεις μου όμως, που αποκτήθηκαν από τις σπουδές μου (πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών)  σε θέματα ρυθμολογίας και αισθητικής, όπως και η τριαντάχρονη εμπειρία μου από την εργασία μου,( εκτός των άλλων και σε  αισθητικές αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών και σε δημόσια κτήρια, όπου εφαρμόζονται οι ίδιες μέθοδοι με το εν λόγω έργο),  μου επιτρέπουν μια αντικειμενική προσέγγιση.

Παρ’ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για ένα αρχαίο μνημείο, αλλά για  μία νεότερη κατασκευή και μάλιστα σχετικά μικρής κλίμακας, δεν παύει να είναι ένα ιστορικό στοιχείο της πόλης μας. Αυτές οι βρύσες είναι ένα δείγμα της, έστω και πενιχρής, νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.  Ορθά  έπραξε ο Δήμος και φρόντισε για τη συντήρηση κι ανάδειξή της, πλην όμως θα έπρεπε  ένα τέτοιο έργο να αντιμετωπισθεί με την ανάλογη υπευθυνότητα.

«  Η έννοια ενός ιστορικού μνημείου δεν καλύπτει μόνο το μεμονωμένο αρχιτεκτονικό έργο, αλλά και την αστική ή την αγροτική τοποθεσία που μαρτυρεί ένα ιδιαίτερο πολιτισμό μια ενδεικτική εξέλιξη ή ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις μεγάλες δημιουργίες, αλλά και για τα ταπεινά έργα που με τον καιρό απέκτησαν πολιτιστική σημασία.» (Χάρτα της Βενετίας -1964.  Άρθρο 1)

Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχουμε ένα σωστό αποτέλεσμα είναι η συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων-επιστημόνων, με τις ανάλογες πιστοποιήσεις. Οπωσδήποτε ενός αρχιτέκτονα μηχανικού, πτυχιούχου πολυτεχνικής σχολής, με άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, εξειδικευμένου σε ανάλογα έργα,  ενός συντηρητή έργων τέχνης, πτυχιούχου σχετικής σχολής, με άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος κι εξειδίκευση στο συγκεκριμένο υλικό που έχει κατασκευαστεί το μνημείο (επίσης αναγκαίος) και πιθανόν ενός αρχαιολόγου νεωτέρων μνημείων (δεν είναι πάντα απαραίτητος – ανάλογα με τη σπουδαιότητα και τις ειδικές ανάγκες αποκατάστασης του μνημείου).

«Η συντήρηση και η αποκατάσταση των μνημείων αποτελεί έναν επιστημονικό κλάδο ο οποίος πρέπει να αποτείνεται στη συνεργασία όλων των επιστημών και όλων των τεχνών που μπορούν να συνεισφέρουν στη μελέτη και τη διάσωση της μνημειακής κληρονομιάς.» (Χάρτα της Βενετίας -1964. Άρθρο 2).

Θέλω να διευκρινίσω εδώ ότι οι βρύσες αυτές δεν έχουν κάποιο χαρακτηρισμό διατηρητέου μνημείου, απλές λαϊκές κατασκευές είναι, άρα δεν προστατεύονται από το ανάλογο νομοθετικό πλαίσιο, που θα έθετε συγκεκριμένους όρους και περιορισμούς για την ανάθεση της αποκατάστασής τους.  Ο Δήμος λοιπόν είναι νομότυπος για τις ενέργειές του, όμως αυτό δεν αρκεί και ο πιθανός αντίλογος ότι πρόκειται για μια παλιά βρύση και μόνο κι όχι για κάποιο μνημείο μείζονος σημασίας, είναι λάθος. Όπως προανέφερα είναι στοιχείο της ιστορίας του τόπου μας κι είναι ηθική μας υποχρέωση να το παραδώσουμε σωστά αποκατεστημένο στις επόμενες γενιές. Θα ήταν προτιμότερο να μη γινόταν τίποτα, παρά να προχωρήσουμε σε λύσεις αμφιβόλου αποτελέσματος, μόνο και μόνο για να δείξουμε κάποιο έργο. Διότι αφ’ ενός «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» κι αφ’ ετέρου είμαι σίγουρος ότι οι επόμενες γενιές «θα μας χαιρετούν» με τα πέντε δάκτυλα ανοιχτά, διότι θα έχει αλλοιωθεί η ιστορική μαρτυρία.

Για να τεκμηριώσω τις παραπάνω απόψεις μου, θα αναφερθώ στο τελικό αποτέλεσμα της αποκατάστασης, όχι στο πνεύμα μιας υποκειμενικής αισθητικής κριτικής, αλλά στο εάν τηρήθηκαν οι βασικοί κανόνες μιας αποκατάστασης. Το «μου αρέσει» η «δεν μου αρέσει» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, σε τέτοιου είδους έργα. Έτσι καταλήγουμε σε ατελέσφορες ανταλλαγές απόψεων που είναι σχετικές και υποκειμενικές. Η ουσία για να έχουμε το αντικειμενικά σωστό και όχι το υποκειμενικά ωραίο η άσχημο, είναι να τηρούνται οι κανόνες και ο κώδικας δεοντολογίας που διέπουν μια τέτοια παρέμβαση.

Οι κανόνες που ορίζουν τέτοιες εργασίες, καθορίζονται και περιγράφονται από θεσμικό πλαίσιο και διεθνείς Χάρτες για την πολιτιστική κληρονομιά. (Χάρτα της Βενετίας-1964, Διακήρυξη του Άμστερνταμ-1975, Σύμβαση της Γρανάδας-1985 κ.λ.π.). Είναι αρχές και μέθοδοι που επιβάλλεται-τουλάχιστον από την πλευρά της επιστημονικής δεοντολογίας-να τηρούνται. Πλήθος κρατών, ειδικά Ευρωπαϊκών (μεταξύ τους και η Ελλάδα) τούς έχουν αποδεχθεί, ως απόσταγμα θεωρητικής και πρακτικής επεξεργασίας και εμπειρίας.

 Ο βασικός κανόνας λέει ότι σεβόμαστε απόλυτα το προς αποκατάσταση μνημείο, δεν επεμβαίνουμε στη σύνθεση και την αισθητική του, αφαιρώντας ή προσθέτοντας αυθαίρετα, στοιχεία της σύνθεσης, ανεξάρτητα εάν μας αρέσει ή όχι και γενικά, δεν δημιουργούμε ένα δικό μας έργο, αλλά συντηρούμε και αναδεικνύουμε το αυθεντικό, όπως  υπάρχει. Στην ειδική περίπτωση δε, κάποιας αναγκαίας προσθήκης, αυτή θα πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθεί το ύφος του αυθεντικού έργου, όμως να ξεχωρίζει ευκρινώς από το πρωτότυπο, δηλαδή να μη δημιουργείται σύγχυση στο θεατή ποιό είναι το αυθεντικό και ποιό το σύγχρονο και (η προσθήκη) να έχει ανακλητό χαρακτήρα.

Στην περίπτωσή μας, δυστυχώς,  φαίνεται ότι δεν εφαρμόσθηκαν αυτοί οι κανόνες. Η “βρύση Κανατά” στη σημερινή της μορφή, μετά δηλαδή τις εργασίες  αποκατάστασης, απαρτίζεται από τρία τουλάχιστον βασικά στοιχεία. Πρώτον, τη γούρνα που έπεφτε το νερό, δεύτερον, μία πλάκα μαρμάρινη με διάφορα μορφολογικά στοιχεία κάθετα τοποθετημένη στο πίσω μέρος της γούρνας και τρίτον, δύο «κολώνες» (;) τοποθετημένες κολλητά εκατέρωθεν της πλάκας από άλλο υλικό, πιθανόν πορώλιθο. Η μεν γούρνα υπήρχε πάντα στο σημείο αυτό μόνη της, η δε πλάκα (πληροφορήθηκα)  βρέθηκε αλλού πεταμένη, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε μαζί με τη γούρνα. Εδώ γεννούνται κάποια ερωτήματα. Ποιός έκρινε και με ποια τεκμηρίωση, ότι πράγματι αυτή η πλάκα ανήκε σίγουρα στο αυθεντικό σύνολο; Αυτό μπορεί να γίνει μόνο από  κάποιο ειδικό. Εάν είναι έτσι, τότε καλώς  τοποθετήθηκε (με την αιτιολογία της αναστήλωσης μέλους της πρωτότυπης σύνθεσης),  εάν όμως δεν ανήκει στη συγκεκριμένη βρύση, (πιθανόν, διότι δεν υπάρχουν σχετικές ιστορικές μαρτυρίες), τότε κακώς τοποθετήθηκε, διότι δημιουργείται αυθαίρετα νέα σύνθεση και αυτό παραβαίνει τους κανόνες μιας ορθής αποκατάστασης. Για τις δύο «κολώνες» που έχουν τοποθετηθεί δεξιά και αριστερά της πλάκας  φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι νέα επιπρόσθετα στοιχεία στη σύνθεση, μόνιμου χαρακτήρα κι επιπλέον είναι παντελώς ετερόκλητες σε σχέση με την υπόλοιπη σύνθεση, όσον αφορά την κλίμακα, το ύφος, το ρυθμό τους, αλλά και το υλικό τους. Αυτό είναι πέραν κάθε δεοντολογικής πρακτικής σε θέματα αποκατάστασης.

Συμπερασματικά λοιπόν, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για  αναστήλωση ενός μνημείου της πόλης μας,  αλλά για ένα νέο έργο, με την αισθητική αντίληψη του υπεύθυνου της κατασκευής, που μας παρουσιάζει εδώ ένα δικό του έργο γλυπτικής, χρησιμοποιώντας και ανασυνθέτοντας παλιά και  κάποια νέα υλικά. Για κάποιους,  μπορεί να φαίνεται εντυπωσιακό, αλλά το έργο αυτό δεν έχει καμία σχέση με εργασία αναστήλωσης και αποκατάστασης. Δυστυχώς οι υπεύθυνοι δε σεβάστηκαν με τις πρακτικές τους ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης μας. Θέλω να πιστεύω μόνο από άγνοια.

Αρκετοί ίσως πουν, γιατί να ασχολούμαστε με την αποκατάσταση μιας βρύσης, δεν είναι άλλωστε και το σημαντικότερο έργο της πόλης μας. Εν μέρει μπορεί και να έχουν δίκιο, η Κερατέα  ούτε θα σωθεί, ούτε θα καταστραφεί από αυτή την κατασκευή.

Όμως ως πολίτης της Κερατέας, θλίβομαι από τέτοιες νοοτροπίες και από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται,  από τη Δημοτική αρχή και από  μερίδα συμπολιτών μου, η ιστορία του τόπου μας.

Με αφορμή αυτή την κατασκευή θα ήθελα να κάνω και ένα γενικότερο σχόλιο.

Είναι κατανοητό και αποδεκτό ότι μικρά συνεχή προβλήματα δημιουργούν ένα μεγάλο. Όταν λοιπόν ακολουθούμε τέτοιες πρακτικές, έστω και για μια ταπεινή κατασκευή της κληρονομιάς του τόπου μας, όταν η κεντρική μας λεωφόρος παρουσιάζει μια ανυπόφορη τριτοκοσμική θέα, όταν καταστρέφουμε τις καταπληκτικές παραλίες μας τοποθετώντας καντίνες και ξαπλώστρες απείρου κακογουστιάς και ηχορύπανσης, όταν καταλαμβάνουμε τους αιγιαλούς μας με άθλια παραπήγματα και τραπεζοκαθίσματα, όταν ξεριζώνουμε τα μνημεία της φύσης μας τις αιωνόβιες ελιές μας, από τον τόπο που φύτρωσαν και έζησαν επί χιλιάδες χρόνια, για να τις τοποθετήσουμε σαν “φολκλόρ″ ″μπιμπελό” σε κάποια πλατεία, όταν νομιμοποιήσαμε τους Ρομά να κατακλείσουνε τα χωράφια και τις ελιές μας, με παράγκες και σκουπίδι, όταν κατά το παρελθόν φτιάξαμε ή έστω με την ανοχή μας κάποιοι έφτιαξαν “Διψέλιζες”, “Τρεχαντιέρες”, “Βγέθια”, “Βρωμοπούσια” κ.λ.π. , τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας.  Μη μας ενοχλεί λοιπόν το γεγονός, ότι η πολιτεία στους όποιους χωροταξικούς σχεδιασμούς της, μας θεωρεί την “πίσω αυλή” της Αττικής και φυσικά θέλει να πετάξει εδώ όλο το σκουπίδι της. Γιατί όντως η “πίσω αυλή” έχουμε γίνει και είναι δικές μας οι ευθύνες για τη συνεχή υποβάθμιση του τόπου μας.

Εάν εδώ και χρόνια δίναμε καθημερινό αγώνα για το πως θα προστατέψουμε τον τόπο μας, ίσως ο ενωτικός και ευτυχώς νικηφόρος αγώνας μας για τη χωματερή, να μη χρειαζόταν καν να γίνει, όπως και πιθανόν κάποιος νέος στο μέλλον. Όσο η πολιτεία  συνεχίζει (κακώς) να φτιάχνει χωματερές, φυσικό είναι να τις σχεδιάζει να γίνουν σε υποβαθμισμένες περιοχές.

ΙΟΥΝΙΟΣ 2019

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ
ΖΩΓΡΑΦΟΣ
email: ge.agelis@gmail.com

Αρέσει σε %d bloggers: