To αρχαίο και νεότερο μεταλλευτικό Λαύριο

Το σημερινό Λαύριο είναι μια σύγχρονη πόλη που βρίσκεται 40 χλμ. ΝΑ της Αθήνας. Οι πολυετείς ερευνητικές και σωστικές ανασκαφές Ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων, σε συνεργασία με ένα ευρύ φάσμα εξειδικευμένων επιστημόνων και τεχνικών, έφεραν στο φως πλήθος από αξιοθαύμαστα μνημεία της προϊστορικής και αρχαίας εξορυκτικής και μεταλλουργικής τεχνολογίας που αφορούν τα αργυρο-μολυβδούχα μεταλλεύματα του Λαυρίου (και της ευρύτερης περιοχής της Λαυρεωτικής), καθώς και του μεγαλοφυούς συστήματος διαχείρισης και εξοικονόμησης νερού.

Η Ιστορία του Αρχαίου Λαυρίου 

Τα παλαιότερα στοιχεία για την εξόρυξη μεταλλευμάτων στο Λαύριο προέρχονται από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στην Εικ.1 απεικονίζεται η είσοδος της γνωστής ως Στοά Νο 3, που βρίσκεται μόλις μερικές δεκάδες μέτρα από το θέατρο του Θορικού, το οποίο θεωρείται το παλαιότερο αμφιθέατρο της αρχαίας Ελλάδας. Ευρήματα στη στοά πιστοποιούν ότι η πρώτη εξόρυξη έλαβε χώρα πριν από το 3.000 π.Χ.

Ωστόσο, η συστηματική και εντατική εκμετάλλευση των μεταλλευμάτων του ασημιού (αργύρου, Ag) και του μολυβιού (μολύβδου, Pb) ξεκίνησε περίπου το 500 π.Χ., που ταυτίζεται με την περίοδο ακμής του Αρχαίου Κράτους των Αθηνών. Αυτό οφείλεται στην ανακάλυψη των πλούσιων μεταλλοφόρων κοιτασμάτων στην περιοχή «Μαρώνια» (σημερινή Καμάριζα), που οδήγησε στην εντατική και μακροχρόνια εξόρυξη και μεταλλουργική επεξεργασία του ασημιού και του μολυβιού. Έτσι, ο ορυκτός πλούτος της Λαυρεωτικής αποτέλεσε μια από τις κύριες πηγές εισοδήματος της Πόλης-Κράτους της Kλασικής Αθήνας, της παραγωγής ασημένιων νομισμάτων (τετράδραχμων ή λαυρεωτικών γλαυκών, Εικ. 2) και της χρηματοδότησης του ισχυρού Αθηναϊκού στόλου που, χρησιμοποιώντας τις περίφημες τριήρεις (αρχαία πολεμικά πλοία), καταναυμάχησε τους Πέρσες εισβολείς στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Χωρίς υπερβολή, θα ισχυριστούμε ότι ο ιστορικός αυτός θρίαμβος διέσωσε τις ελληνικές πόλεις, αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος αποτέλεσε το πολιτισμικό βάθρο της Ευρώπης. Εξάλλου, η ευμάρεια που προήλθε από τα ορυχεία του Λαυρίου συνεισέφερε σημαντικά και στην ανέγερση των ανεπανάληπτων μνημείων της Ακρόπολης, κατά τη διάρκεια του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους.

Τα μεταλλεία ανήκαν στην πόλη της Αθήνας, ενώ τα εξορυκτικά δικαιώματα εκχωρούνταν, μετά από δημοκρατικές δημοπρασίες, κυρίως σε ελεύθερους πολίτες, με αντάλλαγμα ένα ορισμένο ποσοστό επί της ακαθάριστης αξίας της ετήσιας παραγωγής του ασημιού. Αυτή η διαδικασία εκμίσθωσης μεταλλευτικών χώρων αποτέλεσε τη βάση της σημερινής νομοθεσίας μισθωμάτων, τελών και κρατικών δικαιωμάτων σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε ό,τι αφορά στο εργατικό δυναμικό τής τότε εποχής, είναι γνωστό ότι τις δύσκολες δουλειές, κυρίως της υπόγειας εξόρυξης, αναλάμβαναν οι σκλάβοι, πολλοί από τους οποίους έχασαν εκεί τη ζωή τους, κάτω από ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες. Αυτοί οι σκλάβοι ανήκαν στους επιχειρηματίες/μεταλλευτές των κοιτασμάτων.
Η εξόρυξη μειώθηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), ενώ τερματίστηκε όταν ο έλεγχος των μεταλλείων έπεσε στα χέρια των Σπαρτιατών. Αργότερα, η εξόρυξη ασημιού και μολυβιού συνεχίστηκε, με διακοπές, αλλά η παραγωγή δεν έφτασε ποτέ τον όγκο της κλασικής περιόδου. Τα μεταλλεία εγκαταλείφθηκαν τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Το νεότερο Λαύριο

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, τα μεταλλεία της Λαυρεωτικής επαναλειτούργησαν, από το 1863 και συνέβαλαν αποφασιστικά στη χρηματοδότηση του νεοδημιουργηθέντος κράτους. Λειτούργησαν για περισσότερο από 100 χρόνια και εγκαταλείφθηκαν οριστικά το 1982, όταν το μεγαλύτερο μέρος του εύκολα εξορύξιμου μεταλλεύματος εξαντλήθηκε. Τότε το Λαύριο αντιμετώπισε ένα νέο κύκλο βιομηχανικής κρίσης, λόγω της ευρύτερης αποβιομηχάνισης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Δεκάδες βιομηχανικές μονάδες σταμάτησαν να λειτουργούν και περισσότερο από το 20% του πληθυσμού εγκατέλειψε την πόλη, λόγω της μεγάλης μείωσης των θέσεων απασχόλησης.

Εξόρυξη και επεξεργασία μεταλλευμάτων στο Αρχαίο Λαύριο 

Για τη γεωλογική δομή και τις συνθήκες δημιουργίας των μεταλλευμάτων έχουν γραφτεί αμέτρητα επιστημονικά άρθρα. Στόχος αυτής της δημοσίευσης είναι η παρουσίαση, σε απλή μορφή, ορισμένων σημαντικών στοιχείων σχετικά με την εξόρυξη και την επεξεργασία των μεταλλευμάτων.

Η γεωλογική ιστορία της Λαυρεωτικής άρχισε πριν από 240 εκατομ. χρόνια, αλλά το πιο σημαντικό γεωλογικό γεγονός συνέβη πριν από 8 εκατομ. χρόνια, όταν στα πετρώματα της Λαυρεωτικής διείσδυσε ένας θερμός βαθόλιθος από γρανίτη. Τα μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα, τα οποία τον συνόδευαν, δημιούργησαν τα παγκόσμιας κλάσης κοιτάσματα μεταλλευμάτων του ασημιού και του μολυβιού της Λαυρεωτικής.

Οι αρχαίοι μεταλλευτές αναζητούσαν τα υπόγεια κοιτάσματα με κατακόρυφα πηγάδια σε βάθη συνήθως 25-55μ.Τα πηγάδια, εκτός από το εντοπισμό των κοιτασμάτων, χρησιμοποιούνταν για τον εξαερισμό των υπόγειων στοών, καθώς και για τη μεταφορά του εξορυσσόμενου μεταλλεύματος. Μόλις τα πηγάδια εντόπιζαν το μετάλλευμα ακολουθούσε η διάνοιξη διερευνητικών οριζόντιων στοών. Οι στοές ήταν πολύ μικρών διαστάσεων, συνήθως 70 x 85 εκατοστών, με αποτέλεσμα οι μεταλλωρύχοι/σκλάβοι να κινούνται με μεγάλη δυσκολία, ουσιαστικά έρποντας ή γονατιστοί, όπως περίπου στην Εικ. 3. Εξάλλου, το ίδιο το όνομα του Λαυρίου προέρχεται από τη λέξη λαύρα που σημαίνει υπόγειο στενό διάδρομο, στενωπό, στοά. Τα εργαλεία ήταν πολύ απλά, ένα σφυρί και ένα καλέμι και γι’ αυτό η πρόοδος των εργασιών ήταν ιδιαίτερα αργή.

Η απόληψη του μεταλλεύματος είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων θαλάμων εκμετάλλευσης, ενώ οι κενοί χώροι, μετά την εξόρυξη του μεταλλεύματος, υποστηρίζονταν με στύλους («μεσοκρινείς»).

Εμπλουτισμός 

Το συνολικό μετάλλευμα που εξορύχθηκε κατά την αρχαιότητα, μεταξύ του 7ου και του 1ου αιώνα π.Χ.,  εκτιμάται σε 13 εκατομμύρια τόνους με 20% μολύβι και 400 γρ/τόνο ασήμι (Κ. Κονοφάγος, 1980 ). Επειδή θεωρείτο φτωχό για να οδηγηθεί κατευθείαν στις καμίνους τήξης και κυπέλλωσης, προκειμένου να ανακτηθεί το ασήμι, έπρεπε πρώτα να εμπλουτιστεί, δηλαδή να παραχθεί ένα προϊόν με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε μέταλλα.

Η αρχική θραύση του μεταλλεύματος σε μέγεθος ρεβιθιού (οροβίτης λίθος κατά τον ιστορικό Διόδωρο) γινόταν με σιδερένια σφυριά πάνω σε επίπεδες μαρμάρινες πλάκες (Εικ. 4). Ακολουθούσε η λειοτρίβηση (το άλεσμα) σε παλινδρομικούς μύλους. Με ένα βραχίονα/μοχλό, που περνούσε μέσα από ένα μικρό αυλάκι της πάνω πλάκας (Εικ. 4), την κινούσαν παλινδρομικά, σαν να έκαναν κουπί, επιτυγχάνοντας έτσι τη καλύτερη δυνατή λειοτρίβηση. Το προϊόν της λειοτρίβησης είχε το μέγεθος σιμιγδαλιού, δηλαδή κάτω από ένα χιλιοστόμετρο. Κύριος στόχος της ήταν η αποδέσμευση των χρήσιμων μεταλλικών κόκκων από τους μη μεταλλικούς (τους στείρους), ώστε να διευκολύνεται  στη συνέχεια η κατεργασία του εμπλουτισμού, δηλαδή του διαχωρισμού  τους.

Ο εμπλουτισμός γινόταν κυρίως σε επίπεδα πλυντήρια με τη βοήθεια ξύλινων ρείθρων με κοιλότητες, όπως απεικονίζεται στην Εικ. 5. Στο επίπεδο πλυντήριο υπήρχε μια δεξαμενή (Δ), που τη γέμιζαν συνεχώς με νερό, το οποίο κατευθυνόταν στα ρείθρα με τη μεγαλύτερη δυνατή παροχή. Έριχναν το αλεσμένο μετάλλευμα στο ρείθρο, ενώ το νερό παρέσερνε τους κόκκους του μεταλλεύματος κατά μήκος του. Το μεγαλύτερο μέρος από τους μεταλλικούς κόκκους παρέμενε στις κοιλότητες του (βλέπε λεπτομέρεια στο κάτω δεξιό τμήμα της Εικ. 5). Αποτελούσε το εμπλουτισμένο μετάλλευμα, το λεγόμενο συμπύκνωμα. Τα κύρια μεταλλικά ορυκτά του συμπυκνώματος ήταν ο κερουσίτης (PbCO3) και ο γαληνίτης (PbS). Tο ελαφρύ στείρο υλικό (το απόρριμμα), με τα ορυκτά βαρύτης, φθορίτης, ασβεστίτης και χαλαζία (βλέπε Εικ. 5), παρασύρονταν από το νερό στα αυλάκια (Α). Αυτό, μέσα από τα αυλάκια αυτά, κατέληγε στις δεξαμενές καθίζησης Β1 έως Β3. Στη δεξαμενή Β3 το νερό κατέληγε καθαρό, αφού στην πορεία το απόρριμμα καθίζανε. Από αυτή οι εργάτες επανάφεραν το νερό με δοχεία στη δεξαμενή Δ, ώστε η διαδικασία της ανακύκλωσης του νερού να είναι συνεχής.

Είναι προφανές ότι ο εμπλουτισμός στα πλυντήρια προϋπόθετε ψηλή κατανάλωση νερού. Λόγω της ανεπάρκειάς του, οι αρχαίοι μεταλλευτές είχαν αναπτύξει ένα αξιοθαύμαστο σύστημα ομβρο-δεξαμενών και υδραυλικών αυλακιών για τη συλλογή της επιφανειακής απορροής, καθώς και τη μεταφορά και αποθήκευσή του. Έτσι εξηγείται γιατί είχαν επιλέξει τις κοιλάδες για την εγκατάσταση των πλυντηρίων.
Μία αντιπροσωπευτική περίπτωση συγκροτήματος πλυντηρίων είναι ο αρχαιολογικός χώρος στην κοιλάδα της Σούριζας, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές περιοχές της αρχαιότητας. Στην Εικ. 6 διακρίνονται το επίπεδο πλυντήριο εμπλουτισμού ορθογώνιου σχήματος (Π), η  κυκλική στέρνα (Σ), οι μικρότερες στέρνες, τα πρόστερνα (Πσ), όπου κατακαθόταν η λάσπη, πριν το βρόχινο νερό φθάσει με υπερχείλιση στη στέρνα (Σ). Επίσης, στη βάση της πλαγιάς υπήρχαν κανάλια-τάφροι (Τ) συλλογής του νερού της επιφανειακής απορροής των πλαγιών, που με τη βοήθεια υδραυλικών εργασιών, όπως καναλιών και αγωγών, οδηγούνταν αρχικά στα πρόστερνα (Πσ) και στη συνέχεια στις στέρνες (Σ).

Οι μεγάλες δεξαμενές είχαν συνήθως κυλινδρική μορφή και χωρητικότητα περίπου 300 κυβικών μέτρων. Ένα αξιοσημείωτο τεχνολογικό επίτευγμα των αρχαίων μεταλλευτών ήταν και το εσωτερικό επίχρισμα (σοβάς) των δεξαμενών για τη διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής στεγανότητας, που έχει διατηρηθεί μέχρι και σήμερα, δηλαδή ύστερα από 2.500 χρόνια.

Μεταλλουργική επεξεργασία 

Λεπτομέρειες της μεταλλουργικής διαδικασίας περιγράφονται στην Εικ. 7. Μέχρι πέρσι δεν ήταν γνωστό ότι οι αρχαίοι μεταλλευτές εφάρμοζαν και την κατεργασία της πύρωσης του θειούχου αργυρούχου μολύβδου (γαληνίτη), με στόχο τη μετατροπή του σε οξείδιο του αργυρούχου μολύβδου, πριν αυτό οδηγηθεί στα γνωστά καμίνια τήξης για παραγωγή κράματος  αργύρου – μολύβδου. Η ανακάλυψη αυτή οφείλεται στους Παπαδημητρίου Γ. & Κατσάρο Η. (2019).
Η λήξη στα καμίνια γινόταν με τη βοήθεια ξυλάνθρακα. Τα καμίνια αυτά ήταν κυλινδρικά και κατακόρυφα, με διάμετρο περίπου 1-1,5μ. και ύψος που δεν ξεπερνούσε τα 4μ. Το προϊόν της τήξης ήταν ένα μεταλλικό κράμα από μολύβι και ασήμι. Ακολουθούσε η κατεργασία της κυπέλλωσης για το διαχωρισμό αυτού του κράματος, σε οξείδιο του μολύβδου (που οι αρχαίοι μεταλλευτές το ονόμαζαν λιθάργυρο) και σε ασήμι που αποτελούσε τον κύριο στόχο της αρχαίας μεταλλουργικής δραστηριότητας. Από τον λιθάργυρο, μετά από ανάτηξη, παραγόταν το μεταλλικό μολύβι (βλέπε λεπτομέρειες στην Εικ. 7).

Όπως προαναφέραμε, το ασήμι προοριζόταν κυρίως για κοπή αργυρών νομισμάτων (Εικ. 2) στο νομισματοκοπείο του Αθηναϊκού Κράτους στην αρχαία Αγορά. Όταν περίσσευε, διοχετεύονταν στο εμπόριο ως «αργύριον άσημον» για πολυτελή αντικείμενα, ιερά σκεύη και αφιερώματα, έργα τέχνης και τέλος, για κοσμήματα και καθρέπτες.

Η παγκόσμια αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς του 

Ύστερα από όσα περιγράψαμε πιο πάνω, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν έχει ετοιμαστεί εδώ και καιρό ο φάκελος υποψηφιότητας για καταχώρηση των τεχνικών και άλλων μνημείων της Λαυρεωτικής στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η μοναδικότητα των αρχαιολογικών, ιστορικών, φυσικών και άλλων μνημείων της Λαυρεωτικής είναι αδιαμφισβήτητη.

Αν σε όσα προαναφέραμε, προσθέσουμεː
1.    Το λατομείο της Αγριλέζας, την πηγή δηλαδή του μαρμάρου για τις κολόνες του Ναού του Ποσειδώνα,
2.    ολόκληρο το συγκρότημα του αρχαιο-μεταλλουργικού χώρου του Ασκληπιακού (με τους καλά οργανωμένους οικισμούς του),
3.    το ιδιόμορφο ελλειψοειδές σχήμα του αρχαιότερου στον ελλαδικό χώρο θεάτρου του Θορικού,
4.    τα 645 πανέμορφα ορυκτά που εντοπίστηκαν στη Λαυρεωτική που κοσμούν τοπικά μουσεία, αλλά και συλλογές σε ολόκληρο τον κόσμο και τέλος
5.    τα μνημεία που άφησαν πίσω τους οι νεότεροι μεταλλευτές της Γαλλικής και Ελληνικής Εταιρείας Λαυρίου,
τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα μνημεία της Λαυρεωτικής αποτελούν μια Ιδιαίτερη Παγκόσμια Αξία, που ικανοποιεί πολλά από τα 10 κριτήρια της UNESCO για ένταξη στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς  (The Operational  Guidelines for the Implementation of the World Heritage Convention, UNESCO-2017).
Γι’ αυτό και η ολιστική ανάδειξη  των οικοδομημάτων που συνθέτουν το  γεωλογικό, ορυκτολογικό, αρχαιο-μεταλλουργικό, νέο-μεταλλευτικό και φυσικό Λαύριο, είναι ένα χρέος προς την ελληνική ιστορία και την παγκόσμια κοινότητα. Η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων θεωρείται απαραίτητη, υπό την αιγίδα της τοπικής αυτοδιοίκησης και την ενεργό συμμετοχή και υποστήριξη των κατοίκων του Λαυρίου.

*Ο  Δημήτρης Κ. Κωνσταντινίδης είναι Δρ Οικονομικής Γεωλογίας και ο Δημήτρης Μπίτζιος είναι Δρ Γεωλόγος-Κοιτασματολόγος. 

https://www.philenews.com

Αφήστε μας το σχόλιο σας...

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: